καρφίτσα #30

img_8501back

Καλησπέρα σας. Είμαι καινούρια εδώ. Ήρθα να πατήσω το βρωμοπόδαρό μου στην γη σας, να αναπνεύσω την υγρασία του αέρα σας και να κλέψω μικρές μοναχικές στιγμές σας. Ήρθα για λίγο, ίσα ίσα να σκαλίσω το κακάδι που ‘χει φυτρώσει στις ζωές σας, να ανοίξω μια ακρούλα της κόρας μπας και ξαναχύσετε αιματάκι. Έτσι, μόνο για να αναγκαστείτε να γλείψετε το ίδιο σας το κορμί στην τελική. Άργησα λίγο αλλά τα κατάφερα. Τώρα βρίσκομαι εδώ στα σκοτεινά και θα αρπάξω όλα τα μυστικά σας.

 


[ημέρα ø]

καρφίτσα #29

Ζούμε σε άλλους πλανήτες. Καθείς κι ο μπαγλαμάς του. Όλοι έχουμε τα προβλήματά μας, την μίζερη καθημερινότητά μας, την κίνηση που τρώμε στην μάπα ή τον παπάρα που θα μας σκουντήσει και θα πέσει το τσιγάρο που κάναμε τράκα από τον χι ψι βλάκα γνωστό που του μιλάμε υποχρεωτικά [επειδή έτσι είναι η ζωή και κάποιες σκέσεις τις κρατάς για το κοινωνικώς αποδεκτό] και τα νοίκια που τρέχουν και τους απλήρωτους λογαριασμούς και την σκατοψυχιά που μας περικλύει από τους καθωσπρέπει, την επιβολή πάνω μας στο σώμα μας στον νου μας στον χρόνο μας [γύρω γύρω όλοι] στο είναι μας. Βία. Όλα βία, φυσική ή όχι. Έχει σημασία ναι ή όχι; έχει; έχει.

Ελάτε να σκοτωθούμε ή να δούμε να σκοτώνουνε ή να σκοτώνονται. Εδώ; Μπα. Εκεί μακριά που συμβαίνει γιατί συμβαίνει και γιατί το ξέρουμε και γιατί το αποδεχόμαστε ως κάτι δεδομένο. Για εκεί και για τότε. Γιατί το περιμένουμε και ξέρουμε ότι θα συμβεί. Σε εκείνον τον χώρο. Στον εδώ χώρο όχι.

Ο υποτιμημένος χώρος. Αυτός που θα είναι για πάντα στο φτύσιμο γιατί έχει γίνει δεύτερο πετσί μας και έπεσε στην κατηγορία μπασκλασαρία. Οι τοίχοι που μισούμε και οι δρόμοι με τις λακούβες. Τα παράθυρα με τα κάγκελα και τα τεράστια κτήρια. Η μπόχα από τα σκουπίδια των γειτόνων. Ή μια πλατεία που πέρναγες τις κοπάνες μικρός με την παρέα ή λοφάκια και πεζόδρομοι αλητεία και γωνιές που πέτυχες εκείνες τις ταλαιπωρημένες φάτσες κι έπιασες ψιλοκουβέντα μέχρι να περάσει η ώρα να έρθει το λεωφορείο. Δεν έχει σημασία. Ο χώρος είναι πάντα εδώ, δεν δίνει το εξτραδάκι του, τον έχουμε σου λέω του γαμάμε άμα θέλουμε. Και δεν του γαμάμε ποτέ. Μας γαμάει αυτός. Μας περικυκλώνει και μας καταπίνει μέσα στην μικρή ζωούλα μας. Και μένουμε εκεί στην ίδια εξελισσόμενη πραγματικότητα. Και το εκεί μένει στο εκεί. Και το πιο πέρα στο πιο πέρα και πάει λέγοντας. Και ο καθείς του εκεί και του εδώ και του πάνω και του κάτω μένει στον δικό του πλανήτη και στην φασάρα του. Και όλοι να κυνηγάμε τον ίδιο πολύτιμο χρόνο. Να φτάσουμε, να προλάβουμε, να ξεπεράσουμε τα όρια και να ζήσουμε τα περισσότερα των περισσοτέρων που θα ζήσει κανείς. Οι μαϊμούδες που τρέχουν να πιάσουν την μπανάνα στην βιντεοπροβολή. Αυτό είμαστε.

Ίσως δεν έχουμε καταλάβει ακόμη ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να περνάμε τις ζωές μας τρέχοντας πίσω από τον χρόνο. Τα μέλη μας, εξάλλου, μας το δείχνουν όσο φορτώνουμε χρονάκια. Πήραμε λάθος την στροφή και μάλλον καλύτερα θα ‘ταν να πάμε από την παράκαμψη που βγάζει στον χώρο, να κάνουμε καμιά βολτίτσα στους άλλους πλανήτες, μπας και καταφέρουμε να πιάσουμε το νόημα σύντομα. Συνολικά.

καρφίτσα #28

Έλα να παίξουμε στις εξοχές, γιατί το Πάσχα πέρασε και πού καιρός για να μικρύνουμε πάλι…

καρφίτσα #27

πεταμένα κουτάκια μπύρας από δω κι από κει ξεμέθυστα τασάκια τίγκα στην βρωμόσκονη και τις στάχτες παντού απλυσιά και κατάντια οι μισοί πεταμένοι στο πάτωμα κι οι άλλοι μισοί στο μπαλκόνι να ατενίζουν την νύχτα που γίνεται μέρα πνιγμένοι στους εμετούς τους. προσπέρασε τα πτώματα που ροχάλιζαν μεγαλειωδώς στο σαλόνι του σκοντάφτοντας πάνω τους πατώντας ρούχα και πανιά και χέρια χωρίς να τον νοιάζουν τα αχ βαχ και τα κοιμισμένα γαμωσταυρίδια των λιωμένων κούτσουρων. έφτασε στο μπάνιο και αντίκρυσε την βουλωμένη χέστρα να ξεχυλίζει με εμετούς και αίματα και σκατά και ευκοίλιες που βρωμάγαν ποτίλα και μες στην θολούρα του είπε δεν γαμιέται και κάθισε στον θρόνο του τρέινσπόττινγκ. ένιωσε λίγο περίεργα σαν να το είχε ξανακάνει σαν να ‘ταν ρέντον αλλά δεν ήταν προφανώς κάτι περισσότερο από μια κακιά κόπια του και μόνο στιγμιαία. και με το που η κωλοχαράδρα του χτύπησε επιφάνεια βόθρου πετάχτηκε στον αέρα. όχι δεν είναι ρέντον ούτε όσκαρ είναι που δεν θα ‘θελε να ‘ταν για να λέμε την αλήθεια αλλά στην χειρότερη τι να κάνεις θα το δεχτείς. αρκεί να ‘σαι πρωταγωνιστής. ψάχτηκε που να χέσει μέσα στο μπάνιο και βρήκε την τέλεια λύση. έσκαψε στο λεκανάκι κι έκανε πέρα τις σκόνες γονάτισε κι έριξε το βάρος στα δάχτυλα των ποδιών του και έσκασε η κουράδα μεγάλη και καφέ μετά από την κλανιά βροντή που ξύπνησε κάνα δυο από τα πτώματα του σαλονιού. με ευχαρίστηση σκούπισε τον κώλο του με ό,τι βρήκε πρόχειρο δηλαδή με το συρματάκι για τα ταψιά αλλά ποιόν τον νοιάζει στην τελική το τσούξιμο μέσα στο κάψιμο του χανγκόβερ σ’ ένα υπερθεαματικό κινηματογραφικό χέσιμο κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. γυρνώντας το κεφάλι στα δεξιά πέτυχε τον γάτο του σπιτιού στο παράθυρο να τον παρακολουθεί με την γαμηστερότερη γουάτ δε φακ φάτσα έβερ. συνειδητοποίησε ότι ναι ρε φίλε είναι πρωταγωνιστής και να πάνε όλα να γαμηθούνε. όπως και να ‘χει ο μάγκας στο παραθύρι του έλεγε ότι γούσταρε πάντα να βλέπει αριστόγατους να χέζουν στον δικό του θρόνο.

καρφίτσα #26

Μιλάγαμε πάλι τις προάλλες για τα κρυφά μας όνειρα. Και με κοίταζε με ενθουσιασμό λες και δεν με είχε ξαναδεί έτσι. Και κουβεντιάζαμε για εμάς και για τα φυτά και τους μύκητες. Και για τον κόσμο με το υγρό του στοιχείο. Και για τον ουρανό που είναι τεράστιος. Ποια είναι η δική σου θεωρία; της ψιθύρισα με τον καπνό που της πέταξα στα μούτρα. Θέλω να μου πεις. Πες μου αυτό που πιστεύεις. Θέλω να ακούσω και να δω να ξερνάς την αλήθεια σου. Εδώ κανείς δεν ντύνεται φιλαράκο μου, τώρα που φτάσαμε εδώ κανείς δεν μένει με ρούχο. Γδύσου και πες μου τι σκέφτεσαι για τον κόσμο για το σύμπαν για την ύπαρξη για την ματαιότητα για το τέλος το τέλος το δικό σου και το δικό μας μωρό μου. Πες μου, εγώ τον έχω ζήσει τον θάνατό μου κι έχω δει τα μόρια των πάντων, πες μου την θεωρία σου.

Ξέρεις τι; σου είπα και κοκκίνισα, δεν έχω θεωρία δεν το ψαξα ποτέ. Είμαστε κάτι. Στα μάτια μου είμαστε από τα μικρότερα βακτήρια του σύμπαντος. Επηρεάζουμε ένα πλανήτη με την ζωή μας –όσο μπορεί να επηρεαστεί η μοίρα ενός σώματος τόσες φορές μεγαλύτερο – – δεν ξέρω πόσες – – από όλους εμάς μαζί- και δεν ξέρουμε πώς ή πόσο αυτό επηρεάζει το πλανητικό μας σύστημα (μπορεί και καθόλου). Και εδώ μιλάμε για το σύμπαν. Τι θεωρία να σου πω; Είμαστε κάτι τόσο μικρό που καταλήγουμε τυχαίοι και ασήμαντοι. Η θεωρία μου είναι ότι για το σύμπαν είμαστε το αντίστοιχο της φυσικής χλωρίδας του κόλπου. Είμαστε εκεί, δεν πειράζουμε, μπορεί και να βοηθάμε αν χρειαστεί, αλλά κυρίως το μόνο που κάνουμε είναι να υπάρχουμε. Δεν νιώθω πως είμαστε ικανοί να αλλάξουμε την μοίρα του κόσμου μας, αυτού με τους γαλαξίες σε τροχιές και μαύρο ως το πάντα. Ο μόνος μας προορισμός είναι να επιβιώνουμε. Δημιουργηθήκαμε τυχαία, επιβιώσαμε έξυπνα, ζούμε για να υπάρχουμε και μπορούμε αν θέλουμε να το κάνουμε καλά. Αλλά στην μεγάλη κλίμακα δεν είμαστε ούτε η σάπια παρανυχίδα του μίλκυ γουέυ.

Σε κοίταξα και ήσουν γυμνή με κόκκινα σημάδια ντροπής στα βυζιά και στα μάγουλά σου. Σου είπα, είναι η θεωρία σου. Η δικιά μου είναι κρυμμένη ανάμεσα στα πόδια σου.

καρφίτσα #25

Βαρέθηκα να σου στέλνω γράμματα μωρό μου. Βαρέθηκα να σου λέω λεξούλες και να μην μπορείς ποτέ να καταλάβεις τι εννοώ. Βαρέθηκα ρε μαλάκα.

// έκανα ένα βήμα πίσω κι έπιασα το ξυλάκι

η μύτη του άγγιξε το πάτωμα

ζωγράφισα την γραμμή στραβάάνισαάδικα

και χώρισα την γη στα δύο//

Βαρέθηκα να σε βλέπω να γκρινιάζεις και να μην παίρνεις χαμπάρι ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι για μας. Ή εμείς δεν είμαστε για αυτόν. Ή δεν είμαστε για τίποτα. Βαρέθηκα να σε ακούω να φωνάζεις τις νύχτες στον καθρέφτη απέναντί σου λες και περιμένεις το είδωλό σου να ανεξαρτητοποιηθεί, σε μια παραληρηματική ψευδαισθησιογόνα εξέγερση. Βαρέθηκα.

// κοίταξα την γραμμή κι εσένα να πλαισιώνεις το οπτικό μου φόντο

κοίταξα πίσω μου μπας και καταλάβω πως με βλέπεις εσύ

έκανα ένα τσακ και πήδηξα στον αέρα

προσγειώθηκα με τα δυο πόδια στην απέναντι πλευρά

κοίταξα μπροστάπλάιμπροστάάλλοπλάι

και δεν σε βρήκα//

Βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια. Βαρέθηκες τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια. Μας βαρεθήκαμε. Και δεν έχω άλλες αντοχές να εξηγώ τα τεκμηριωμένα και τα ανεξήγητα. Όχι άλλες κουβέντες. Βαρέθηκα.

// γύρισα προς τα πίσω και σε είδα

να έχεις πηδήξει στην άλλη μεριά

να έχεις προσγειωθεί με τα δύο πόδια στο άλλο κομμάτι γης

πάντα συγχρονιζόμασταν

αυτό είναι το πρόβλημα, τελικά//

IMG_4916

IMG_4922

IMG_5105    IMG_5085

IMG_5012      IMG_4975

IMG_6168

IMG_5858    IMG_5840

IMG_5828

IMG_5687

IMG_5642

IMG_5627

IMG_5619

IMG_5573

IMG_5569

IMG_5567    IMG_5558

IMG_5552

IMG_5529

IMG_5523

IMG_5522

IMG_5502

IMG_5494

IMG_5493

IMG_5477

IMG_5469

IMG_5435

IMG_5379

IMG_5283

IMG_5212

IMG_5202    IMG_5117

IMG_5115

IMG_5114

IMG_5113

[είπα να σου δείξω κάτι μικρό ξένο αλλά δικό μου]

καρφίτσα #24

Κάποτε μας είπανε να μείνουμε δειλοί – να μην ξελασπώσουμε ποτέ

Και μείναμε με τα χέρια να κρύβουν το πρόσωπό μας

Και μείναμε με τα δαχτυλίδια φορεμένα να καλύπτουν την γύμνια μας

Κάποτε μας είπανε ότι θα μείνουμε τυφλοί – δεν θα δούμε ποτέ ξανά την αλήθεια

Και μείναμε με φουλάρια να κρύβουν τις κόγχες μας

Και μείναμε με τις ψεύτικες δεκάμετρες βλεφαρίδες να λαμπιρίζουν το σκοτάδι μας

Κάποτε μάθαμε ότι η ζωή δεν τα ‘φερε ποτέ σε κανέναν όπως τα ήθελε – πως η τύχη δεν υπάρχει

Και μείναμε μετέωροι με το ένα πόδι να αγγίζει την επιφάνεια του νερού και το άλλο το χώμα

Και μείναμε με απλωμένα τα άκρα ξαπλωμένοι στον βράχο να κοιτάμε έναν κάποιον ουρανό

Και μείναμε στην άκρη του παραπετάσματος να σκεφτόμαστε ότι η πτώση μας μπορεί και να μας φέρει αυτό που κάποτε γυρεύαμε

.και μείναμε εκεί | πάντα νεκροί | να ζούμε τα πάθη μας.

καρφίτσα #23

Και μετά;

Μετά σηκώθηκα γρήγορα για να μηνδει το δέρμα μου που είχε αλλάξει χρώμα και υφή.

Πήδηξα από το κρεβάτι,

βγήκα από το δωμάτιο,

διέσχισα γρήγορα την τραπεζαρία,

έφτασα στο σαλόνι

μαζεύοντας σε όλη την διαδρομή με τα δάχτυλα των ποδιών μου πεταμένα βρακιά και παπούτσια.

Τα έπιανα με το κενό μεταξύ μεγάλου και δεύτερου δαχτύλου και τα πέταγα στον αέρα κάνοντας ζογκλερικά για να τα βάλω στα χέρια μου.

Τα κουλούριασα στην

πενταβρώμικη

μυρωδάτη

αγκαλιά

μου

που ακόμα συνέχιζε να στάζει.

Κάθισα σαν την κακομοίρα στον καναπέ παίρνοντας βαθιές ανάσες

και κοιτώντας σαν χάνος τα υφάσματα που μούλιαζαν πάνω στο δέρμα μου.

Άναψα ένα τσιγάρο

από αυτά τα έτοιμα που δεν μου αρέσουν καθόλου

–αλλά ο εθισμός είναι εθισμός δεν κάνει διακρίσεις-

κι έμεινα με τον πήχη του δεξιού μου χεριού να στηρίζεται στο γόνατό μου/τον καρπό να σπάει προς τα κάτω/το τσιγάρο να μου δείχνει το

Έξω.

Έμεινα με το αριστερό μου χέρι να σφίγγει δυνατά στην αγκαλιά μου τα ρούχα.

Έμεινα με το κεφάλι πεσμένο στο στήθος μου να κοιτάει ανάμεσα στα πόδια μου τα κενά που (με) γεμίζουν.

Έμεινα να τον ακούω από το μέσα δωμάτιο να παίρνει ανάσα στην ανάσα στην ανάσα.

τζούρα|τζούρα|τζούρα|τζούρα

Έσβησα το τσιγάρο στην χαρτοπετσέτα που ξάπλαρε στο τραπεζάκι μπροστά μου πιέζοντάς το με μίσος. Έβαλα την φούστα μου όσο πιο ήσυχα γίνεται. Έβαλα το μισοσκισμένο μπλουζάκι από το κατάστημα «όλα πέντε ευρώ ό,τι πάρεις όσο πάρεις πάρε πάρε μόνο πέντε ευρώ φίλε μην μιλάς άλλο ψώνισε γρήγορα εύκολα και φτηνά και σκάσε» και πέταξα τα εσώρουχα στην τσάντα μου. Την φόρτωσα στην πλάτη μου, κράτησα τα παπούτσια στο χέρι για να μην κάνω θόρυβο, άνοιξα την πόρτα σιγά.

Και βγήκα στο Έξω.

Ξυπόλυτη.

 

 

—————————————————————————————————————————————–

 

Και μετά;

Μετά έπεσα πάνω της δεν με κράταγαν τα πόδια μου.

Με έσμπρωξε απαλά

στην άκρη.

Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει στην καρωτίδα μου. Ένιωθα την καρωτίδα μου να σφίγγει γύρω γύρω την καρδιά μου.

Έμεινα εκεί ξαπλωμένος μέσα στα υγρά και τους ιδρώτες

και την άκουσα να φεύγει από το δωμάτιο.

Την άκουσα να περπατάει με αυτό το βήμα του αποφασισμένου μπαντ μαδερφάκερ που θα σου γαμήσει την ψυχή έτσι και του παίξεις πουστιά.

Την άκουσα να πετάει πράματα;

Να σέρνεται;

Να χτυπιέται;

Την άκουσα.

Ένιωθα να βουλιάζω στο στρώμα όπως βούλιαξε στο χαλί ο Ρέντον στο Τρέινσποττινγκ.

Και ήθελα να την φωνάξω να έρθει να βουλιάξουμε παρέα.

Άκουσα το τσιφ του αναπτήρα. Πάλι καπνίζει. Πάλι θα πρέπει να φιλήσω το βρωμόστομά της.

ανάσα|ανάσα|ανάσα|ανάσα|ανάσα

Το στόμα της βρωμάει, δεν αντέχεται ο καπνός μωρό μου, δεν αντέχεται αυτή η σάπια σιχασιά που γεμίζει αυτήν την τρύπα. Δεν. Αντέχεται. Δεν. Δεν αντέχεται που θέλω να βουτήξω την γλώσσα μου μέχρι το λαρύγγι της και να την πνίξω. Δεν αντέχεται που θέλω να την γεμίσω με το πιο βαθύ μέσα μου. Κι αυτή καπνίζει. Σηκώθηκα σιγά να μην με ακούσει. Σκέφτηκα ότι αν της σβήσω το τσιγάρο όσο την φιλάω δεν θα την νοιάξει. Μπορεί και να της αρέσει. Πάτησα αργά αργά στο κρύο πάτωμα για να μην με ακούσει, βγήκα από το δωμάτιο, διέσχισα την τραπεζαρία κι έφτασα στο σαλόνι. Την είδα να σβήνει το τσιγάρο και εκεί που ήμουν έτοιμος να αναλάβω δράση αυτή άρχισε να ντύνεται. Έβαλε την φούστα και το μπλουζάκι που της έσκισα, πέταξε το βρακί της στην τσάντα και μάζεψε τα παπούτσια της. Έμεινα πίσω από τον τοίχο να κρυφοκοιτάζω. Η καργιόλα δεν μου ‘πε ούτε ένα γεια. Δεν μου ‘δωσε ούτε ένα φιλί για καληνύχτα. Ούτε ένα από αυτά με τα καπνισμένα σάλια της που μου προκαλούν τόση σιχασιά. Ούτε ένα σκούντημα τύπου μπρο, ρε φίλε. Έφυγε με τα παπούτσια στο χέρι. Κι εγώ έμεινα εκεί. Όρθιος. Πίσω από τον τοίχο. Να κοιτάω την γόπα στην χαρτοπετσέτα να αργοπεθαίνει καπνίζοντας. Έμεινα με τον πόθο να την βλέπω να γυρίζει και να μου χτυπάει την πόρτα.

Έμεινα ακίνητος. Φορώντας τον ιδρώτα της.

————————–¿Και πριν?—————————

kai meta

ένας λόγος ακόμη για τις κάμπιες

epp_0078

Είναι που μου λείπει η αγκαλιά σου που μπορεί να μην μου την έδινες πολύ συχνά, αλλά όταν το έκανες ήταν λες και ήμουν κάμπια σε κουκούλι. Ήμουν αλήθεια κάμπια. Άσχημη και βρωμιάρα, όλοι με πατάγανε από απέχθεια ή απλά για να παίξουν. Όπως τότε που εμείς παίζαμε στο λοφάκι που υπήρχε δίπλα στο προαύλιο του σχολείου, αυτό με τις βελανιδιές και τα ψηλά κάγκελα βαμμένα μπλε, απ’ αυτό το μπλε που σου θυμίζει ότι «πρέπει να ‘σαι πατριώτης παιδί μου», και λίγο πιο πάνω από το τσιμεντένιο βερικοκί προς εμετί πηχάκι που χώριζε το έξω σε τρεις ζώνες:

ΑΥΛΗ

—————————————–

ΒΕΛΑΝΙΔΟΛΟΦΑΚΙ

—————————————–

ΚΟΣΜΟΣ

Και τρέχαμε έξω, εκεί κοντά στον απρίλη ή τελοσπάντων μια άνοιξη, καταλαβαίνεις, αυτήν την ενοχλητική εποχή που δεν ξέρεις τι να φορέσεις, τότε που το μετρό βρωμάει σαν χυσαμόλια μηνών μαζεμένα σε βαζάκι. Τότε τελοσπάντων εμείς πηγαίναμε στο λοφάκι για λίγη σκιά και για να πατήσουμε κάμπιες ψάχνοντας να εκδικηθούμε για τα κοκκινάδια στα μπούτια μας. Α, και να κοιτάξουμε ένα κομμάτι κόσμου. Τότε ο κόσμος ήταν σαν ζαχαρόπαστα που καλύπτει μια τούρτα, σαν να ‘μασταν εμείς στο μέσα της τούρτας και ο κόσμος το απ’ έξω της, αυτή η λιχουδιαστή κρύα ζύμη, που όταν τη δοκιμάζεις νιώθεις έναν μικρό γευστικό οργασμό. Ε εμείς που ήμασταν το μέσα, τρώγαμε χώμα, βελανιδοβελόνες και φαγούρα καμπίσια μπας και καταφέρουμε –κάποτε- να χορτάσουμε λίγο έξω. Και τον παίζαμε φαντασιακά σκεπτόμενοι έναν κόσμο γεμάτο πορτοκάλια και γαμήσια. Και γαμήσια πάνω σε πορτοκάλια. Και πορτοκάλια γαμηστερά. Και γενικώς όλη αυτήν την καύλα που μυρίζει όξινο. Σκοτώνοντας κάμπιες.

Τα κουκούλια βέβαια, ποτέ δεν τα πειράζαμε. Όλα κι όλα. Είχαν αυτό το πρεστίζ του πλεκτού από μετάξι και δεν τ’ άγγιζε κανείς. Ίσως είναι που γυαλίζανε πού και πού στο φως και ως κλασικοί πίθηκες εμείς χάφταμε την ψευτιά, εξάλλου ήμασταν ήδη συνηθισμένοι σ’ αυτό. Τι πέντε τι δέκα τι δύο χρονώ στο ίδιο μονότονα παθητικό θέαμα εκτιθόμασταν από πάντα. Ίσως, βέβαια, και να έφταιγε που μοιάζαν σαν βαμβάκι και ποιος το χέζει το βαμβάκι, σιγά τον εχθρό, τι να κλάσει. Μπορεί να ‘ταν και που το δικό μου σχολείο ήταν κότες, όπως έλεγε το δεύτερο δημοτικό Μ. (για ευνόητους λόγους το σχολειό θα παραμείνει ένα μι με μια τελεία, σαν να λέμε λογοκριμένη μαλακία –όπως όταν γράφεις στο γουόρντ και σου σπάει τα παπάρια με τις κόκκινες πουτσοτριχόγραμμες). Εκείνοι, λοιπόν, ήταν σόρτ οφ οι ανθρώπινες κάμπιες μας. Επειδή ήταν σε χαλημότερο επίπεδο λόγω κατηφόρας τρώγανε όλα τα νεράτζια στο κεφάλι. Ε, και φυσικά τα παίρνανε και προσπαθούσαν να μας πετάξουν κι αυτοί νεράτζια, αλλά σιγά μην φτάνανε στα έξι μέτρα ψηλά. Γέλια που κάναμε, θυμάμαι. Ε, και τους γαμάγαμε γενικώς στον νερατζοπόλεμο, όχι για κανέναν άλλον λόγο απλώς γιατί βρεθήκαμε τυχαία πιο ψηλά.

Νομίζω ότι το σχολείο ήταν επίτηδες φτιαγμένο σε κλίση για να μας θυμίζει σε όλα εμάς τα φιλότιμα και καλά παιδάκια ότι η ζωή άλλους τους ρίχνει στα ψηλά, άλλους στα χαμηλά, ε και να μην τα πολυλογούμε, αυτοί που είναι στα πιο ψηλά θα στον καρφώνουν ασάλιωτο τόσο όσο μέχρι (                      ). Ας πούμε ότι ακόμη κι η κατασκευή του σχολείου πρέπει να σου θυμίζει να γίνεις κουκούλι κι όχι κάμπια γιατί αλλιώς την έκατσες την βάρκα. Γιατί την κάμπια θα την ποδοπατήσουν κάποιες άλλες κάμπιες που ανήκουν σε άλλες κάμπιες και πάει λέγοντας έτσι βαρετά. Εκτός και αν τυλιχτείς με γυαλιστερά εξώφυλλα. Εκτός κι αν γίνεις σα λατέρνα, μια κιτς εκδοχή του πάντα καμπίσιου εαυτού σου. Τότε θα επιβιώσεις.

Εσύ όμως πάντα με έβλεπες σαν κάμπια γυμνή και με αντιμετώπιζες έτσι. Με αγάπησες για την ασχήμια μου και το γλοιώδες έρπον κορμί μου. Κι όταν σερνόμουν πάνω σε πέτρες και χώματα μου έλεγες «πάντα έτσι να μείνεις, πάντα έτσι να σέρνεσαι. Μπορεί να αναζητάμε τα φτερά γιατί δεν τα ‘χουμε, αλλά το λάθος μας είναι ότι δεν έχουμε καταλάβει πως ποτέ δεν θα τα αποκτήσουμε» κι εγώ δεν έπιανα ακριβώς τι μου έλεγες, ή τελοσπάντων τι εννοούσες.

Αλλά τώρα τα πράγματα αλλάξανε. Τώρα πια ξέρω ότι μόνο κάμπιες θα μείνουμε, για τόσο όσο μέχρι (                      ). Και χαίρομαι, μωρό μου που θα ‘μαστε τόσο δυνατοί μέσα στην ελαχιστότητά μας, που θα προκαλούμε την απέχθεια και τον φόβο μόνο με την ύπαρξή μας στο οπτικό πεδίο των άλλων. Χαίρομαι, μωρό μου, που ξέρουμε –πλέον- ποιοι είμαστε. Το μόνο που μου λείπει, ρε παιδί μου, -και αυτό μόνο καμιά φορά στα δύσκολα και στα μαύρα- είναι το δερμάτινο κουκούλι που έφτιαχνες με τα χέρια σου και με τύλιγες. Έτσι, για να γελάσουμε έστω για λίγα δευτερόλεπτα με αυτούς που μας παρατηρούν με περιέργεια και θαυμασμό σαν χάνοι, να δούμε πως μοιάζουν οι ηλίθιοι ενώ περιμένουν με απόλυτη σιγουριά να γίνουμε πεταλούδες. Δεν θέλω να γίνω πεταλούδα, μανάρι. Κάμπια θέλω να μείνω. Απλώς, να. Αυτό που με μπερδεύει είναι που όταν μου πλέκεις εκείνο το κουκούλι δεν με νοιάζει να φάω καμία ζαχαρόπαστα.

καρφίτσα #21

από τα εδώ στα εκεί

από τα καινούρια στα παλιά

με την γλώσσα έξω να στάζει σάλια πάνω στο μάτι σου

με φανερά τριψίματα για εσένα που κρύβεσαι εκεί πίσω από τα μούσια

με ένα κλείσιμο του ματιού για το πέρασμα από το σκοτάδι στο φως –

και βάις βέρσα                                                                                  |πάλι|

 1

ένα γεια λοιπόν

καρφίτσα #20

θέλω μουσική να βαράει στ’ αφτιά δυνατά να μου γαργαλάει τον ακουστικό πόρο μέχρι να νιώσω τις δονήσεις στο τύμπανο –πιο πολύ θέλω τον κοχλία να νιώσω να χτυπιέται αλλά αυτό δεν παίζει|ας είμεθα λίγο βιολόγοι- θέλω φώτα χρωματιστά μέσα στα σκοτάδια να σκάνε στα πρόσωπά μας ακατάστατα να φωτίζουν λίγο την μύτη σου και λίγο το στόμα μου και το πράσινο να ‘ναι το μάτι σου και το μωβ το πηγούνι μου και το κόκκινο ο κρόταφός σου –σαν να σε|με βλέπω σε εξκουίζιτ κόρπς χρωμάτων- θέλω μπίτια να χτυπάνε το στομάχι μου και να πετάγομαι ολόκληρη να κινούνται οι μύες μου σπασμωδικά στον ρυθμό που παίζει και ο κώλος μου να βαράει τον κώλο του πισινού μου να πατάω δάχτυλα ποδιών από τύπισσες με ανοιχτά παπούτσια –δεν σου κόβει φίλε μου; εδώ τ’ ανοιχτά παπούτσια είναι κατάρα- θέλω να στάζω ιδρώτες και τα ρούχα μου να κολλάνε πάνω μου μέσα στην πιο υγιή βρώμα που παίζει τα ρούχα μου να κολλάνε πάνω σου τα ρούχα σου να κολλάνε πάνω μου να κολλάς στα ρούχα σου να κολλάμε ο ένας πάνω στον άλλον –σαν την μύξα κάτω από το θρανίο/θυμάσαι;- θέλω τα στόματά μας διάπλατα ανοιχτά λες κι είμαστε καρχαρίες και με λίγη χρονοκαθυστέρηση να ακούσουμε τα γέλια να φεύγουν από το εσωτερικό προς τα έξω να συγχρονίζονται να αποσυγχρονίζονται να χάνονται να λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο κι όλο αυτό το αισθητικό χάος να εξαπλώνεται από ένα σημείο εκεί αριστερά ψηλά στο επίπεδο της πατούσας προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα στον χώρο προς όλες εκείνες τις διαστάσεις που δεν αντιλαμβανόμαστε. να πιάσει πάτο στο κέντρο της γης -με τις πάντες- και να ανατιναχθεί πίσω να αιωρηθεί μέχρι το ταβάνι και να ξαναπέσει στο πάτωμα σε μια ταλάντωση χωρίς προβλεψιμότητα μέχρι τελικά όλοι να καταφέρουμε να γυρίσουμε τα κεφάλια ψηλά με το στόμα πεσμένο σαν από δέος κοιτώντας σα χάνοι τον αντικατοπτρισμό της στιγμιαίας γαματοσύνης μας

ipp_0213

ipp_0214 ipp_0222

ipp_0262

ipp_0261

ipp_0270

ipp_0212

ipp_0211 ipp_0217

καρφίτσα #19

app_0010

Άσε με να σου πω μια ιστορία για τα σώματά μας. Τα σώματά μας είναι φορείς χαρακτήρα και έκφρασης. Το τσίζι «όλα μπορούμε να τα πούμε με μια ματιά» -μ’ αρέσει ή όχι- μερικές φορές ισχύει και δεν είναι απαραίτητο να σημαίνει κάτι σημαντικό για τον βαθμό σύνδεσης δυο ή περισσοτέρων ανθρώπων –απλώς συμβαίνει ή/και μαθαίνεται. Και ας μην γελιόμαστε, όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές [ή ακόμη καλύτερα όταν περισσεύουν] τα σώματα μπορούν να τα πουν καλύτερα. Ποτέ δεν θα καταλάβουμε τι κάνει το σώμα μας αν δεν σταματήσουμε για να το δούμε σε σλόου μόσιον. Ποτέ δεν θα καταλάβουμε το πώς είμαστε αν δεν μας δούμε να κουνιόμαστε να μορφάζουμε να εξηγούμε. Το ωραίο με το να μαθαίνεις μια καινούρια γλώσσα και να την χρησιμοποιείς καθημερινά με ντόπιους είναι ότι βλέπεις τις δυνατότητες που κρύβεις εσύ ο ίδιος, την ανάγκη του να προσαρμοστείς. Το γαμάτο του να μαθαίνεις μια καινούρια γλώσσα στην χώρα που ομιλείται είναι ότι μαθαίνεις τη γλώσσα του δρόμου. Το γαμηστερό|καυλερό|υπερκαιψιμέικο του να περνάς αυτήν την διαδικασία είναι ότι μπαίνεις όλο και πιο βαθειά στην ουσία του κόσμου που ζεις, βρίσκεις κοινωνικά σχήματα, ανακαλύπτεις διαπροσωπικές δυναμικές, ομοιότητες με αυτό που ξέρεις, διαφορές με όλα αυτά που είχες. Κι όταν οι λέξεις σου τελειώνουν, επειδή δεν γίνεται να μεταφραστούν όλα τα μπινελίκια ή η αργκό, τότε είναι που καταλαβαίνεις την δύναμη και τον πολυμορφισμό των σωμάτων. Αρχίζουν και λαδώνουν οι αρθρώσεις οι μύες σου συσπώνται ελαφρώς και τα άνω άκρα σου παίρνουν μπρος, το δέρμα στο κεφάλι σου τσιτώνει και τα μάτια σου ανοίγουν, το πρόσωπό σου υπερβάλει και παραμορφώνεται και όλο σου το σώμα αλλάζει στάση, το κάθε σου κύτταρο στροφάρει. Για να βγάλεις από μέσα σου την ένταση. Για να θρέψεις την γαμημένη ανάγκη της επικοινωνίας.

σκέψου τώρα ανάποδα. τις στιγμές εκείνες

μαζί με εκείνους

που δεν έχεις την ανάγκη

 να βγάλεις λεξούλες από την τρύπα σου.

για να επικοινωνήσεις.

app_0012

καρφίτσα #18

περνάμε τις μέρες μας σε δωμάτια δανικά με ανθρώπους πολλαπλών χρήσεων κυνηγώντας εφήμερες ηδονές πρόσκαιρες ευτυχίες ψάχνοντας μια ιδανική μονιμότητα

ξυπνάμε σε στρώματα σέκοντ χαντ κουλουριασμένοι μέσα στα σλίπινγκ μπαγκ μας τραβώντας τις τσίμπλες από τα βλέφαρα -με τον μέσο και τον παράμεσο πάντα- για να κοιτάξουμε τους άγνωστουςαλλάπάνταγνωστούς που υπνοβατούν γύρω μας

περπατάμε μέσα σε τσιμεντένια κλουβιά σχηματίζοντας πολύγωνα στην προσπάθειά μας να πέσουμε πάνω σε -ή κάτω από- όλους εκείνους που τοποθετούμε στην ανθρώπινη βερσιόν της συλλογής μας από λέγκο

ξεδιάντροπα | χωρίς αιδώ | αναίσχυντα | πρόστυχα | υγρά

ipp_0104  ipp_0101

ipp_0183  epp_0223

epp_0243   epp_0346

epp_0239  gpp_0020

DSCF6336               DSCF6340

στη μέση του χώρου

Είναι λέει μια μικρή πόλη κάπου στην μέση του κόσμου, δίπλα σε μια πόλη δεκάδων εκατομμυρίων. Φτιάξε εικόνα: αυτή η μικρή πόλη –λέει- αποτελείται από χιλιάδες πανομοιότυπα οικήματα τοποθετημένα σε στήλες/γραμμές σε ίσες αποστάσεις το ένα από το άλλο. Κι όλα αυτά τα σπίτια καταλήγουν να σχηματίζουν το μεγαλύτερο τετράγωνο του κόσμου φτιαγμένο από τούβλα και μπετά. Ανά σειρές, μού είπαν, έχουν και διαφορετικά χρώματα, απ’ αυτά τα νεκρά θαμμένα καφέ και σομόν και εμετί, σαν το σάβανο του οπτικού φάσματος. Αυτή η πόλη, που λες, είναι γνωστή ως πόλη-φάντασμα. Δεν υπάρχει ως πραγματική πόλη όπως την ξέρουμε εγώ κι εσύ. Δώσε βάση, αυτά τα σπίτια είναι προς ενοικίαση, όχι όμως τύπου βρήκα το σπίτι μου κι αράζω και το κάνω και δικό μου. Είναι τύπου για ένα μήνα, δυο, έξι, για εργάτες που σκάνε μύτη στο άκυρο. Ή για τύπους που σκάνε να δουλέψουν στο κοντινό μεγαθήριο και δεν έχουν πάρει γραμμή ότι οι αποστάσεις είναι τεράστιες, οπότε καταλήγουν μετά από λίγες βδομάδες να την κάνουν γιατί δεν την παλεύουν στην μέση του πουθενά. Εκεί, λοιπόν, την μέρα δεν βλέπεις κανέναν. Απ’ όταν ξημερώσει μέχρι να πέσει ο ήλιος οι δρόμοι είναι άδειοι, και τα τεράστια λυόμενα σπιρτόκουτα είναι όλα άδεια. Περπατάς σε δρόμους με τους ίδιους κήπους, τους ίδιους τοίχους, τα ίδια αλουμίνια ακόμη-ακόμη και τις ίδιες κουρτίνες και το μόνο που αλλάζει ανά εκατοπενήντα μέτρα είναι το χρώμα. Σκέψου αίσθηση φίλε μου, είναι σαν αυτά τα γκιφάκια που δεν σταματάνε ποτέ, που βλέπεις τον δρόμο να πηγαίνει και να πηγαίνει και να πηγαίνει και να μην σταματάει ποτέ. Με τον ήλιο να σου δέρνει το κεφάλι και να νιώθεις ότι τρως την χειρότερη μαστούρα που έχεις φάει ποτέ κι εσύ να προχωωωράαααααας… Μέχρι να βραδιάσει και ο κόσμος να γυρίσει σπίτι. Για να δει τηλεόραση και να κοιμηθεί. Να κοιτάς από ψηλά όλους αυτούς τους τύπους με τους αριθμούς γραμμένους στο μέτωπό τους να μπαίνουν στα σπίτια τους λες κι είναι μυρμήγκια που χώνονται στις τρύπες τους με το φαΐ στην πλάτη. Γρήγορα. Ο ένας πίσω από τον άλλον. Και κάθε μέρα το ίδιο. Οι ίδιες αποστάσεις, οι ίδιες πορείες χωρίς παρεκκλίσεις, η ίδιες κινήσεις, το ίδιο ωράριο. Τα όλα σου ίδια. Αυτές είναι πόλεις-φαντάσματα φίλε μου, όχι τα ερείπια και τα εγκαταλελειμμένα κωλοχώρια. Πόλεις φαντάσματα στην μέση του  χώρου κι εσύ να περιπλανιέσαι αέναα ανάμεσα σε πανομοιότυπα κτήρια.

καρφίτσα #17

Έτσι όπως πετάγαν τα ρούχα τους γρήγορα και σκίστηκαν λίγο οι ραφές, χαλάρωσαν λίγο τα κουμπιά σκέφτηκε πως οι αισθήσεις είναι μαγικό πράμα. Την τράβηξε απ’ τα μαλλιά και την έσπρωξε πάνω στον τοίχο χώνοντας τα δάχτυλά του όλο και πιο βαθιά στην χαίτη της. Βούτηξε την γλώσσα του στο λαρύγγι της και την κάρφωσε με δύναμη.

 

 

Της είπε

[σ’ αρέσουν τα χρώματα καργιολάκι;]

 

|Ή τουλάχιστον αυτό άκουσε εκείνη|

 dpp_0006 dpp_0012                    dpp_0014 dpp_0020                             dpp_0022 dpp_0023

dpp_0035   dpp_0036   dpp_0038 dpp_0040        dpp_0041 dpp_0042         dpp_0045 dpp_0046 dpp_0047 dpp_0052                     dpp_0008

καρφίτσα #16

dpp_0001

Όλα μ’ ανάποδα.

Όλα στον αέρα κι ανοιχτά. Κι όλα πετάνε γύρω γύρω γύρω γύρω. Για μερικούς κύκλους, αν και –ας μην γελιόμαστε- τα τρίγωνα είναι ωραιότερα. Μη σου πω για τα πολύγωνα. Τα πολύγωνα γαμάνε κώλους φίλε. Γενικώς οι γωνιές είναι ανυπέρβλητες. Πας και χτυπάς με τα καπούλια σε εσωτερικές, εξωτερικές γωνίες, αμβλείες και οξείες –οι ορθές είναι για τον μπούτσο, οι ορθές είναι για τα κουτιά και τα τσιμέντα, οι ορθές είναι παντού τι να τις κάνεις;- και νιώθεις αυτόν τον πόνο τον υπεργαμάτο και πας και βαράς ξανά για να νιώσεις να τρέχει στα κύτταρά σου λίγη ακόμη καύλα. Ηθελημένα. Ζωντανά. Με φόρα. Με δύναμη. Οι κύκλοι δεν είναι ωραίοι. Οι κύκλοι είναι η αρχή των πηνίων. Και τα πηνία είναι μια αντανάκλασή μας. Ζούμε ως πηνία, γυρνάμε κυκλικά επαναλαμβάνουμε τις ίδιες πράξεις μέσα στον χρόνο, επαναλαμβάνουμε τις ίδιες κινήσεις σαν μαριονέτες που έχουν περιορισμένη κινητικότητα, επαναλαμβανόμαστε χωρίς να παρεκκλίνουμε όσο κι αν περνάει ο καιρός. Ασφάλεια λέγεται. Προβλεψιμότητα λέγεται. Όπως και να λέγεται σκατά θα συνεχίσει να είναι. Ώσπου τυχαία θα σκάσει εκείνη η γωνιά που θα σε τρυπήσει ανάμεσα σε δυο πλευρά φτάνοντας σπλήνα, ή εκείνη η άλλη που θα ‘ρθει να σου ξύσει τα κωλομέρια, ή αυτή που θα διακορεύσει το κρανίο σου ανοίγοντάς σου το στόμα|καρφώνοντάς σου το μάτι στον ινιακό λοβό σου –εκεί που του πρέπει. Όλο αυτό σε μια στιγμή. Σ’ εκείνη την στιγμή που θα πρέπει ν’ αποφασίσεις αν θες πορεία πηνίου ή πορεία ακαθόριστη αγκαθωτή.

Όλα με τα μπούνια.

<

<Μη με συγχέετε με πρόσωπα και καταστάσεις, παρακαλώ. Δε θα ‘θελα. Είναι που είμαι ευαίσθητη στις συγκρίσεις, είναι που διαστρεβλώνουν την υποκειμενικά αντικειμενική μου εξωτερική αλήθεια και δεν με ικανοποιεί καθόλου αυτό το δεδομένο. Μπορείτε να συνεχίζετε ελεύθερα να με ορίζετε σε κατηγορίες και υποκατηγορίες, να με βάζετε σε μικρά κουτάκια με ταμπελίτσες χρωματιστές για το κόλορ κόουντ του θέματος, για την δική σας ασφάλεια και κατανόηση. Αλλά όσο με συγκρίνετε ανοιχτά και στη μάπα μου με όλους αυτούς που νομίζετε ότι έχουν σχέση με μένα, θα συναντάτε τον τοίχο μου. Συνεχίστε, παρακαλώ, την αναφορά σας, γράφτε τα στοιχεία μου στην κόλλα αναφοράς που διαθέτετε με αυτό το άσχημο μπλε στυλό με το φαγωμένο καπάκι –δεν κάνει καλό το άγχος, να ξέρετε- εκεί μετά τις άνω-κάτω τελείες, με αυτά τα άσχημα καλικατζαρέικα γράμματά σας που ούτε φαρμακοποιός δεν μπορεί να διαβάσει, αναλύστε σελίδες επί σελίδων τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματά μου, φτιάχτε στήλες και λίστες με τις ικανότητες και την δυναμική μου, κάντε προσθαφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς, βγάλτε τα λογιστικά συμπεράσματά σας για μένα, δώστε μου έναν τελικό συνοπτικό χαρακτηρισμό τεσσάρων σειρών, περάστε τα αντίγραφα της αναφοράς στους ενδιαφερόμενους -ίσως και ανωτέρους σας-, περάστε τα δεδομένα στον υπολογιστή για χάρη της αγαπημένης σας γραφειοκρατίας εκτός της οποίας δεν αναπνέετε καν, κλείστε τον μπεζογκρίζο καταθλιπτικό φάκελό σας και τοποθετήστε τον στο αντίστοιχο κουτάκι, εκεί που θα με βάλετε δίπλα με όσους θεωρείτε ότι μου μοιάζουν ή τους μοιάζω, με όλους αυτούς που με συγχέετε λόγω τυχαίων γεγονότων. Κάντε τα όλα αυτά, παρακαλώ. Με την ησυχία σας. Είμαι διαθέσιμη να σας απαντήσω σε ό,τι χρειάζεστε. Θέλετε να σας μιλήσω για τα έντονα χρώματα που βλέπω τώρα τελευταία στον ύπνο μου; Δεν είναι όλη η εικόνα χρωματιστή, μόνο μικρά σημαντικά κομμάτια της, τα υπόλοιπα είναι ασπρόμαυρα. Αλήθεια, έχουν πονέσει ποτέ τα μάτια σας όσο κοιμάστε; Γιατί εμένα τώρα τελευταία πονάνε, είναι βλέπετε δύσκολο να συνηθίζεις στο ασπρόμαυρο και ξαφνικά μια κόκκινη κούπα ή ένα μωβ κασκόλ ή ένα μπλε ελεκτρίκ πρόσωπο να σου ταράζουν την ομοιομορφία –ένα πράγμα σαν διεστραμμένο κολλάζ. Ξέρω, εσάς δεν σας αφορούν αυτά τα θέματα, το πώς πνίγομαι στον ύπνο μου μέσα σε οπτικές παραισθήσεις, αυτά είναι αμελητέα ή και χαζά. Θέλετε να σας μιλήσω για την καθημερινότητά μου; Θέλετε να σας εξηγήσω πώς είναι να ακούτε συνεχώς, όλη μέρα, όλη νύχτα, κάθε στιγμή της ζωής σας θόρυβο, βαβούρα, εξατμίσεις που σκάνε, σκυλάδικα να παίζουν τέρμα από το απέναντι παράθυρο, αμάξια που κορνάρουν, γειτόνους που ουρλιάζουν, παιδιά που τα χτυπάνε και φωνάζουν κλαίγοντας; Ξέρετε πώς είναι να μην σταματάτε ποτέ ποτέ ποτέ ποτέ να ακούτε θόρυβο; Ξέρετε, άραγε, πώς είναι να μένετε σε υπερυψωμένο ισόγειο λίγα μέτρα από μια πολυσύχναστη λεωφόρο, στην καρδιά μιας πόλης που υπνοβατεί συνεχώς; Σας λέω, ότι δεν βρίσκω ησυχία ποτέ, ούτε όταν κρύβομαι στην αγκαλιά της μαμάς μου, ούτε όταν κλείνομαι στην φαντασία μου. Ξέρετε τι σημαίνει ανάγκη για απομόνωση; Είχατε, άραγε, ποτέ την ανάγκη να απομονωθείτε από όλα τα εξωτερικά ερεθίσματα; Γιατί κι εγώ μόνο από λίγα και σε συγκεκριμένες στιγμές θέλησα να ξεφύγω. Αλλά τώρα έχω αρχίσει να μην ελέγχω την ανάγκη μου αυτή, με πιάνει από τους ώμους και με σμπρώχνει προς τα κάτω, σαν να με βουτάει μέσα σε κινούμενη άμμο. Ξέρετε, πολλές φορές τα μεσημέρια μέσα στην ζέστη και την μπόχα από τους σκουπιδοντενεκέδες που αράζουν κάτω από το παράθυρό μου, θέλω να αποκοπώ εντελώς από το περιβάλλον αυτό. Και κλείνω πορτοπαράθυρα, ξαπλώνω στο πάτωμα, βάζω την μάσκα ύπνου, βουλώνω τ’ αφτιά μου με λιωμένο κερί για να παίρνει το ακριβές σχήμα και να ηχομονώνει καλύτερα, και μένω ακίνητη περιμένοντας ένα τίποτα ολόκληρο να με καλύψει. Πολλές φορές εύχομαι να μπορούσα να κόψω και την αφή. Για την όσφρηση δεν με νοιάζει, την έχω χάσει σε μεγάλο βαθμό εδώ και πολλά χρόνια. Λίγα είναι τα πράγματα που καταφέρνω να μυρίσω, και συνήθως έχουν ως πηγή σώματα. Δεν σας απασχολούν, όμως, αυτά εσάς. Εσείς ενδιαφέρεστε για άλλα πράγματα, έτσι δεν είναι; Τι θα προτιμούσατε να σας πω; Να σας αναλύσω την άποψή μου για τα τεκταινόμενα; Να σας κάνω μια παρουσίαση δοκιμίου; Να δηλώσω ευθαρσώς την πολιτική μου ταυτότητα; Να εκφράσω την πολίτικαλι κορρέκτ υπόστασή μου; Να σας παραθέσω την συλλογιστική μου πάνω στις κοινωνικές δυναμικές; Τι θα σας έκανε ευτυχισμένο αξιότιμε κύριε; Αξιότιμη κυρία; Θα θέλατε να στήσουμε ένα τοκ σόου με κοινό και να μεταλαμπαδεύσουμε γνώσεις στους άπειρους; Να οδηγήσουμε τους νέους μέσω συζήτησης στα σωστά μονοπάτια; Να τραβήξουμε κόσμο με τις γραπτές χιλιοειπωμένες αρλούμπες μας; Τι θα προτιμούσατε να σας πω για να γίνω αποδεκτή, για να μπω στο σωστό κουτάκι, για να μου κολλήσετε τα σωστά χρώματα και να με συνδέσετε με τους Ομοίους μου; Σας κοιτώ και το πρόσωπό σας έχει συσπαστεί με έναν τέτοιον τρόπο, οι μύες σας έχουν διαταχθεί επί του κρανίου σας σχηματίζοντας μια απορία που λέει «δεν μας κάνεις μάλλον, ή όχι μας κάνεις, ή όχι δεν μας κάνεις, ή όχι», μια καρικατούρα που προσπαθεί να_ Σας το ‘πα και πριν. Σας παρακαλώ, μη με συγκρίνετε. Όσο και να προσπαθήσετε, λάθος θα κάνετε. Οι άνθρωποι δεν βρισκόμαστε σε λέξεις και λίστες και ζύγιασμα. Οι λέξεις είναι μια απάτη, ένας παραμορφωτικός καθρέφτης των σκέψεών μας. Οι λίστες είναι μια ψευδής χονδροειδής απεικόνιση του ελέγχου μας, ένας αντικατοπτρισμός της ανασφάλειάς μας. Το ζύγιασμα είναι ο ευτελής τρόπος ανύψωσης του εγώ μας, η κάλπικη αντίληψη ότι έχουμε δίκιο ότι οδηγούμαστε από την λογική. Οι άνθρωποι, όμως, αξιότιμε κύριε/αξιότιμη κυρία βρισκόμαστε σε χρώματα που κατακλύζουν το οπτικό μας πεδίο και ήχους που κάνουν το στομάχι μας να σφίγγεται και απτικά ερεθίσματα και μυρωδιές και γεύσεις καυλερές και ανισορροπίες λίγο πριν πέσουμε από το σκοινί που στεκόμαστε με λυγισμένα γόνατα και μουδιασμένα άκρα. Οι άνθρωποι είμαστε αίσθηση. Και καμία αίσθηση δεν κατάφερε να είναι ποτέ η ίδια με μία άλλη. Καμία αίσθηση δεν επιδέχεται συγκρίσεων << <  <  <   <    <        <

οι επικίνδυνες επιπτώσεις του άγχους

DSCF5838

Κάθισα κι έγραψα εκείνη την σάι-φάι τσόντα που έλεγα. Μοίρασα ρόλους, πέταξα ατάκες, έβαλα χοντρή πλοκή και πολύ [μα πάααρα πολύ] υγρό, ίδρωσα να φτιάχνω ντεκουπάζ, πιάστηκα να ψάχνω καστ, έλιωσα στις πρόβες, έστησα πλάνα, τελείωσα. Σηκώθηκα, παραπάτησα, ένιωσα το κεφάλι μου τεράστιο και κενό σαν μπαλόνι, κάθισα, τα αφτιά μου βούιζαν για κάποια λεπτά. Πήρα το γραπτό, το δίπλωσα, το έβαλα στο συρτάρι με τα ηλεκτρονικά, ευχαρίστησα εκ βαθέων καρδίας όλους τους συμμετέχοντες, τους ξεπροβόδισα, έκλεισα την πόρτα, χαμογέλασα στο κρανίο που κρέμεται στο παράθυρο. Έλυσα την κάμερα, έβγαλα την κάρτα μνήμης, την συνέδεσα με τον υπολογιστή, περίμενα. Περίμενα. Περίμενα. Περίμ.

 

 

 

[στράβωμα στόματος

πέταγμα ματιών εκτός κρανίου

φλέβα στον αριστερό κρόταφο εκτοξεύεται

μίνι εγκεφαλικό]

 

 

 

 

ΠΟΙΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣ ΞΕΧΑΣΕ ΝΑ ΠΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΡΕΚ;

στο μετρό

DSCF5892

Και ξαφνικά είδα την κοπέλα απέναντί μου να τρελαίνεται, να φεύγει απ’ το μυαλό της και να λέει ότι είδε κάποια να πέφτει. Εκεί μας έφτασαν, να πηδάμε στις ράγες του μετρό για τα χρέη. Και δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση, μας έχουν φτάσει στο χειρότερό μας σημείο. Και άρχισα να μιλάω με την διπλανή μου και να της εξηγώ ότι η μόνη σωτηρία είναι ο σύριζα, γιατί δεν γίνεται εγώ που είμαι εξήντα χρονώ να περιμένω άλλα έξη χρόνια την σύνταξη που δουλεύω από τα μικράτα μου κι έχω πληρώσει φόρους και φόρους. Κι όλα εκεί καταλήγουν. Γιατί σιγά μην πήδαγε ο κόσμος και μην αυτοκτονούσε αν είχαν λεφτά να φάνε. Και αν δεν είχαμε τα μνημόνια θα υπήρχε ένας άνθρωπος του μετρό κάτω να προσέχει ποιος περνάει την κόκκινη γραμμή και ποιος όχι και θα τους κρατούσε αυτούς που αυτοκτονούνε. Και μετά πήρα τηλέφωνο τον άντρα μου να του πω τι έγινε γιατί πρέπει να ξέρει γιατί θα αργήσω σαράντα λεπτά παραπάνω. Ε και αφού θα του πω ότι θ’ αργήσω να μην του εξηγήσω με λεπτομέρειες τι έγινε; Και η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος δεν καταλαβαίνει, ούτε και με τις αυτοκτονίες, ότι η πολιτική είναι που μας σκοτώνει. Και τα ‘πα στην κοπελίτσα εκεί δίπλα, αλλά αυτός ο σιχαμένος ο πρεζάκιας μας σταμάτησε, γιατί λέει μπορεί να πάθει τίποτα η έγκυος ή το κοριτσάκι που είδε την άλλη να πέφτει.

Και ξαφνικά άκουσα κάποια να φωνάζει να ουρλιάζει να σκίζεται το μέσα της και να ξεσπά σε κλάματα. Εκεί κοντά μου. Εκείδίπλαμου. Και μού κοπήκαν τα πόδια. Γιατί κάποια, λέει, είχε πέσεις στις γραμμές του μετρό. Και δεν έβγαλα άχνα και δεν την πλησίασα και δεν έκανα άλλη κίνηση από το να βγάλω το μπουκάλι με το νερό μου να το περάσουν στην κοπέλα που δεν είχε σταματήσει να φωνάζει. Και μου κοπήκαν τα πόδια. Άρχισα να τρέμω και να ζαλίζομαι. Και δεν είχαμε αέρα, γιατί έκοψαν το ρεύμα στον συρμό και ήμασταν μόνο με τα φώτα ασφαλείας. Και δεν ήξερα για ποιο πράγμα να λυπηθώ περισσότερο, για έναν άνθρωπο που πέφτει για να βρει το τελευταίο του καταφύγιο, για έναν άνθρωπο που βλέπει το κεφάλι ενός να συνθλίβεται ανάμεσα σε μέταλλα, για έναν άνθρωπο που παίρνει πάνω του το φορτίο του θανάτου ενός άλλου, για έναν άνθρωπο που λιποθυμάει γιατί είναι κλειστοφοβικός, για έναν άνθρωπο που δεν σταματάει να σκέφτεται την απελπισία και την μαυρίλα του κόσμου; Και ίδρωσα. Και ήθελα να έχω ένα μπαζούκα να τους γαζώσω όλους. Όλους εκτός από την κοπελίτσα και τον πρεζάκια που τους έκανε όλους να το βουλώσουν με την πιο απλή ατάκα ‘έχουμε και έγκυο και πανικοβλημένη εδώ μέσα, βουλώνετε τώρα’. Και η αναμονή ήταν τεράστια, ατελείωτη. Και γκρίζα.

Και από το πουθενά άκουσα ένα μεγάλο θόρυβο σα γδούπο και η κοπέλα απέναντι άρχισε να φωνάζει και να κλαίει και μας είπε ότι πήδηξε μια γυναίκα. (μάλλον αυτός ήταν ο γδούπος). Και τρέξαμε όλοι από πάνω της να την δούμε να την φροντίσουμε με τα έντρομα πρόσωπά μας. Και ήμασταν εκεί κοντά σαράντα αθρώποι πάνω από το κεφάλι της όσο φώναζε και ούρλιαζε και της λέγαμε να ηρεμήσει, όλοι με τα γουρλωμένα μάτια μας να την κοιτάνε. Για πάνω από δυο λεπτά. Και δεν ηρεμούσε. Και κάποια στιγμή από κάπου μακριά έφτασε ένα μπουκάλι με νερό, δεν ξέρω από πού. Και μετά έπρεπε να περιμένουμε σαράντα λεπτά μέσα στο τρένο χωρίς ερκοντίσιο χωρίς τίποτα τίγκα στον κόσμο για να μας βγάλουν έξω. Και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν προχώρησε ο συρμός. Αφού από την άλλη πλευρά είχε πέσει αυτή. Εμείς θα μπορούσαμε να ‘χαμε φτάσει σύνταγμα. Και έχουμε και την άλλη την αντιδραστικιά που όταν το είπαμε αυτό δυο τρεις άνθρωποι που είχαμε να πάμε στις δουλειές μας μάς την είπε κι από πάνω ότι και καλά εδώ μπορεί να ‘χει πεθάνει ένας άνθρωπος και υπάρχουν και άλλοι τόσοι που το είδαν και θα το κουβαλάνε κι εμάς μας νοιάζουν μόνο οι δουλειές μας. Γιατί να μην με νοιάζει μόνο η δουλειά μου; Αυτή που πήδηξε ήθελε και το ‘κανε. Ηλίθια. Δηλαδή εμείς θα πρέπει να υποστούμε τις συνέπειες των πράξεων αυτών που δεν εκτιμάνε την ζωή; Δεν κατάλαβα. Όλη αυτή η ταλαιπωρία για έναν άνθρωπο που δεν εκτιμάει το θείο δώρο της ζωής; Γιατί; Και δεν της απάντησα γιατί είπα εντάξει ασ’ το να πάει στο δγιάολο. Και περιμέναμε να βγούμε.

Και ακούσαμε ξάφνου από το βάθος έναν πανικό, κάποια να φωνάζει. Και μετά από λίγο ο συρμός σταμάτησε στην μέση του τούνελ. Και από στόμα σε στόμα έφτασε και στ’ αφτιά μας η αυτοκτονία. Και ο κόσμος ήταν πανικόβλητος. Κάτι τέτοια πράγματα σε κάνουν να σκέφτεσαι. Και θέλω μόνο να γυρίσω σπίτι μου. Και πώς να περάσεις την τεράστια αναμονή; Κι έβγαλα το κινητό μου και άρχισα να τραβάω βίντεο και φωτογραφίες τα φοβισμένα καταθλιπτικά πρόσωπα, και την σειρά που ‘χε φτιάξει ο κόσμος για να βγούμε στο τούνελ να περπατήσουμε, και το τούνελ όσο προχωράγαμε προς τον σταθμό της ακρόπολης για να απεγκλωβιστούμε, κι αυτό το έβγαλα βίντεο. Και αυτή η τύπισσα μού φώναξε που τράβαγα με το κινητό, γιατί , λέει, είμαι αναίσθητος και δεν καταλαβαίνω. Και σήμερα φόραγα το καλό μου το κουστούμι και δεν μπορούσα να απλώσω το χέρι μου στον τοίχο του τούνελ, γιατί θα λερωνόταν, θα γινόταν μαύρο. Κι αύριο τι θα φορέσω στην δουλειά.

___________________________________________________Κιεκείπουφεύγαμε|ξαφνικά|είδαμιαγυναίκαναπέφτει.Καιτοκεφάλιτηςνασυνθλίβεταιπάνωσεμεταλλικέςράβδους.Κάτωαπόμεταλλικέςτροχιές___________________________________________________

εσπέχω

_MG_0691

κάθε μέρα ξύπναγε στις έξη και μισή. χωρίς ρολόγια, χωρίς ξυπνητήρια, χωρίς άκρα να τον σκουντάνε. κάθε μέρα στις έξη και μισή άνοιγε τα βλέφαρά του μέσα στο άγχος από τους εφιάλτες και δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί. ανεξαρτήτως της ώρας που είχε πέσει για ύπνο. κάθε μέρα το κεφάλι του έπαιζε ταινίες που τον τρόμαζαν και τον έπνιγαν για περίπου τέσσερις βδομάδες τώρα. το κεφάλι του βρήκε τον καλύτερο τρόπο να τον ξυπνάει χωρίς να τον μαθαίνει να μισεί κάποιον συγκεκριμένο ήχο, ρυθμισμένο σε συγκεκριμένες ώρες. δεν χρειάζονται ξυπνητήρια στην α(ν)εργία. μόνο οι εικόνες που γεννούσε το μυαλό του εκεί λίγο πριν αρχίσει να ξυπνάει ο περισσότερος κόσμος γύρω του αρκούσαν για να μην κοιμάται. παλιά πέταγε τις όποιες συσκευές χρησιμοποιούσε για το πρωινό ξύπνημα στον τοίχο. τις έκανε κομμάτια, τις αντικαθιστούσε, τις ξαναέσπαγε, έπαιρνε άλλες. σήμερα ξεκίνησε να φτιάχνει ψεύτικα κεραμικά κεφάλια-ομοιώματα του δικού του κεφαλιού, μικρές προτομές-καθρέφτες που χωράνε στην μια παλάμη κλειστή για να ‘χει να σπάει κάτι που να φταίει.
κάθε βράδυ γύρω στις δύο έκλεινε τα φώτα άνοιγε το παράθυρο και περίμενε να την πάρει ο ύπνος. ήταν κουρασμένη λιωμένη κλασμένη πιωμένη και ήθελε μόνο να κοιμηθεί για να σταματήσει να σκέφτεται. έκλεινε τα μάτια της αργά, άνοιγε το στόμα της στραβωμένο και η σκέψη της άρχιζε να πετάει από εδώ κι από κει σε ανθρώπους που ήξερε που θα μάθαινε στην πορεία που δεν θα έβλεπε ποτέ που θα έχανε που θα παράταγε που θα πλήγωνε που θα. ήθελε μόνο να σταματήσει να σκέφτεται μόνο να κοιμηθεί και να μην ελέγχει πια τι περνάει από το κεφάλι της να μην φιλτράρει τίποτα. αυτό το μικρό βουητό την έπιανε λίγη ώρα μετά τις δύο, κάθε βράδυ, αυτός ο θόρυβος στ’ αφτιά της την τρύπαγε απ’ την μια μεριά του κεφαλιού στην άλλη. και ξύπναγε πριν κοιμηθεί. και ξαναπροσπαθούσε και δεν τα κατάφερνε. κάθε μέρα για περίπου έξη βδομάδες τώρα δεν κοιμόταν πάνω από μιάμιση ώρα ανά εικοσιτετράωρο. και για όλα έφταιγε το βουητό αυτό στο κεφάλι της. σήμερα κατά τις δύο το βράδυ έβαλε τ’ ακουστικά στ’ αφτιά και στο ρηπήτ την ίδια κατάθλιψη. τουλάχιστον δεν θα ‘φταιγε ο θόρυβος.

χάρτινο σακουλάκι μίας χρήσης

βρήκα τα δόντια σου παραπεταμένα στο στόμα ενός άλλου

τα σάλιωσα προσεκτικά για να βρω κάτι δικό μου

μια πίκρα άλλο πράμα

 

τα δόντια σου γυαλίζαν και φαίνονται βρώμικα

στο φως της κίτρινης λάμπας του δρόμου

και ήθελα να τα βγάλω, να τα κάνω κολιέ με δύο σειρές

να φοράω το περίεργο χαμόγελό σου

 

φταίνε τα πολλά ζιγκ ζαγκ κι ο δρόμος μοιάζει ατελείωτος

ακόμη κι αν δεν ζαλίζομαι

ψάχνω το χάρτινο σακουλάκι μίας χρήσης μην τυχόν και

 

ξέρω, δεν.

και βάις βέρσα.

εκείνο το βράδυ, τον είχαμε ονομάσει γιάννη

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Αυτό που δεν σε καλύπτει. Αυτό που σε αφήνει μισό. Και νιώθεις λίγο εδώ λίγο εκεί λίγο αλλού. Ξέρεις, ότι δεν μπορείς να βρεις τον χώρο σου, ότι θες λίγο παραπάνω. Ή λίγο διαφορετικό. Γιατί ξέρεις ότι το καλύτερο ποτέ δεν θα είναι ΤΟ καλύτερο και πάντα θα θες κι άλλο και ποτέ δεν θα το βρίσκεις, οπότε καταλήγεις να θες το διαφορετικό. Κι αυτό καταλήγει μια ντόπα. Το δοκιμάζεις μία και σ’ αρέσει, αλλά πάντα κάτι σε χαλάει. Οπότε γυρίζεις. Επιστρέφεις στην βάση. Για λίγο πάντα. Καθαρά και μόνο επειδή η βάση είναι το γνωστό και το ξέρεις αρκετά και το βαριέσαι γρήγορα. Και ξαφνικά δεν την παλεύεις και θέλεις πάλι κι άλλο. Ένας κύκλος φυγής κι επιστροφής, σαν να ‘σαι φωτόνιο που αλλάζει ενεργειακή στιβάδα.

Για πόσο;

Αλλά η ντόπα αυτή που νιώθω κάθε φορά που φεύγω, κάθε φορά που βρίσκω τον εαυτό μου να αλλάζει μέσα στο καινούριο το διαφορετικό το ξένο το ίδιο το υγρό, εκείνη η ανάσα που παίρνω και νομίζω ότι αν είχα καθρέφτη μπροστά μου θα έβλεπα τις κόρες των ματιών μου να διαστέλλονται, όλο αυτό το ‘χω ανάγκη. Και δεν ξέρω γιατί. Και όλο αυτό το πόσο και το γιατί το νιώθω σαν φαγούρα στον εγκέφαλό μου.

Κι αρχίζω να πιάνω όλες τις πιθανές μεταβλητές που επηρεάζουν όλα αυτά μελετώντας όλες τις μνήμες που έχω στο κεφάλι μου ψάχνοντας μια πιθανή εξήγηση για το γιατί –επειδή το πόσο ποτέ δεν γίνεται να το ξέρω- και ποτέ δεν καταλήγω πουθενά. Κι ο λόγος που το κάνω είναι γιατί αυτό ξέρω να κάνω καλά: να σπάω τα πάντα σε κομματάκια και να αναλύω πραγματιστικά για να βρίσκω απαντήσεις στις πολλές μου απορίες. Και απλώς απογοητεύομαι που δεν βρίσκω απάντηση και καταλήγω να παρηγορώ τον εαυτό μου λέγοντας πως το θινγκ μου είναι να φεύγω. Πώς άλλοι γουστάρουν να παίζουν μουσική ή να ζωγραφίζουν; Έτσι κι εγώ γουστάρω να φεύγω.

Αυτά τα ολίγα, για το αρχείο.

γουόρκ ιν πρόγκρες

Σε θυμάμαι να βουτάς μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης για να κολυμπήσεις στο διάστημα και να τρίψεις τον πούτσο σου πάνω σε αστεροειδείς που έρχονται κατά πάνω μας με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, μπας και καταφέρεις να σταματήσεις τον χρόνο.

(Κι εγώ γελούσα)

Θυμάμαι ότι βούτηξες σ’ ένα τεράστιο βαρέλι με γιαούρτι και με τράβηξες μαζί σου στον πάτο για να δεις αν μπορεί να γράψει το μολύβι πάνω στο πηχτό λευκό δέρμα μου.

(Σ’ άφησα να πνίγεσαι μόνος σου)

Έμενες ακίνητος για ώρα μέχρι να πέσει η μουσική και ν’ αρχίσεις να κουνάς μηχανικά τα άκρα σου, σαν ρομπότ, επαναλαμβάνοντας την ίδια κίνηση ως ανταπόκριση στα μονότονα μπιτ.

(Και βαρέθηκα)

Με είχες δέσει με λουριά για να μην κουνιέμαι, με πλάκωσες και προσπαθούσες να βγάλεις ακτίνες λέιζερ από τα μάτια για να μου κάψεις το πρόσωπο.

(Και οι μύες μου δεν έκαναν την παραμικρή κίνηση)

Πετούσες, νομίζω, μέσα σε μια ημιδιάφανη ροζ φούσκα διαγράφοντας σταθερές τροχιές γύρω μου σε απόσταση ασφαλείας, ούτως ώστε να μην καταφέρω να σ’ αγγίξω ποτέ και χαμογελούσες με τις αποτυχημένες προσπάθειές μου να σε φτάσω.

(Και τελικά σε έφτασα)

Εικόνα

Θυμάμαι πως μεταμορφώθηκες σε ένα περίεργο τέρας με τεράστια μαλλιαρά βρώμικα μακριά άκρα και όρμησες πάνω μου να με καταβροχθίσεις. Αφού με έφαγες, έγλειψες τα κόκκαλά μου για την επίγευση και εξαφανίστηκες στα δέντρα πίσω από τον γιαλό.

(Και τα κόκκαλά μου είναι ακόμη εκεί)

Είχες γίνει ένα μεγάλο μπλε τετράγωνο που κάλυπτε το οπτικό μου πεδίο, όπου και να κοίταζα, μόνο και μόνο για να αλλάξεις την άποψή μου για αυτό το χρώμα.

(Δεν τα κατάφερες)

Σε θυμάμαι να είσαι μια μπάλα από πλαστελίνη, ή μάλλον από κάτι πιο παχύρευστο, και να αλλάζεις σχήματα, να κάνεις γκριμάτσες, να με κάνεις να γελάω και να με πνίγεις στην πράσινη χλαπάτσα σου παίρνοντάς με αγκαλιά για να μην έχω άλλη ανάσα.

(Τελευταία στιγμή σ’ έδιωξα και ανέπνευσα λυπημένη)

Στο μυαλό μου είσαι σαν ανθρωπάκι που ζωγραφίζαμε στο νηπιαγωγείο, αυτό με τον κύκλο και τις πέντε γραμμές, που όμως τρέμει από το κρύο και οι γραμμές του αρχίζουν να κατσαρώνουν. Με ακούμπησες με την ζιγκ-ζαγκ γραμμή που ήταν το αριστερό σου χέρι κι έσκασες σε χίλια κομμάτια.

(Δεν τα μάζεψα ποτέ)

Θυμάμαι που είχες γίνει τόσος δα και κολυμπούσες στο ενυδρείο. Ο ροφός άνοιξε την στοματάρα του και σε κατάπιε βαθιά στην κοιλιά του. Και γραπώθηκες με τα νύχια σου απ’ τα τοιχώματα του στομαχιού του, ξέσκισες την χολή του κι άρχισες να τρως το ψαράκι από μέσα προς τα έξω, μέχρι τέλους.

(Η κηδεία του ροφού εκτελέστηκε δημοσία δαπάνη)

 

Έγινες καρικατούρα ασπρόμαυρη σε χαρτί και μου μιλούσες φτύνοντας συννεφάκια στον αέρα. Τα έβλεπα να μεγαλώωωωωνουν μπροστά στα μάτια μου και να σκάνε –παφ- γεμίζοντας τους τοίχους υδρατμούς.

[ΜΠήΚΑ ΜέΣΑ ΣΤΗΝ ΚάΜΕΡΑ ΚΙ έΓΡΑΨΑ ΤΟ ΤΑΞίΔΙ ΣΟΥ]

Εικόνα

Κοίτα, ξανακοίτα, ψάξε να βρεις, δες, μίλα, κινήσου, βούτα, κοίτα, δες, βλέπε, κάνε, γύρω και πάλι γύρω και πιο γύρω και λίγο πιο κάτω. Εδώ, εκεί, στο πίσω, στο μετά, λίγο παρακάτω, πολύ πιο κοντά, κοίτα σού λέω, κοίτα. Βλέπε και δες, κουνήσου, σβούρες κι άλλες σβούρες κι άλλες.

Γύρω από σένα εννοώ. Γύρνα κι άλλο γύρω από τον εαυτό σου, γύρω από τον πυρήνα σου, γύρω από τον άξονά σου. Πάλι. Πάλι σού λέω. Ξανά. Έτσι δεν πρέπει; Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν κάνουν όλοι; Έτσι και πάλι έτσι κι έτσι κι έτσι κι έτσι. Έ; Τι είπες; Ναι, ναι, επανάληψη είναι. Έτσι, όπως τα λες.

Άσκοποι κύκλοι άσκοπες κινήσεις άσκοπες ώρες άσκοπη ζωή άσκοπες αισθήσεις άσκοπες αλληλεπιδράσεις άσκοποι λόγοι όλα άσκοπα.

Σταμάτα λίγο.

Πήδα. Τώρα. Μια και καλή προς τα μέσα και κολύμπα. Κάν’ το τώρα και για όσο θες.

 

 

(Όπου πάμε ευθεία)

Χωρίς τίτλο

Εικόνα

Βρισκόταν κλεισμένη εκεί μέσα για ώρες. Ή μέρες, ή δεν ήξερε ακριβώς για πόσο αλλά σίγουρα πολύ. Καθισμένη μέσα στο ατσάλινο κουτί. Μόνο καθισμένη. Δεν έφτανε να σηκωθεί όρθια οπότε ήταν αναγκασμένη να κάθεται. Στο λαιμό της είχαν βάλει ένα κολάρο φτιαγμένο από διάφορα πλαστικά άθραυστα μέρη και πολλά διαφορετικά μέταλλα που έφεραν αισθητήρες και μετέφεραν πληροφορίες αμφίδρομα. Κάθε της κίνηση και σωματική αντίδραση ήταν υπό παρατήρηση και ικανότητα εξωτερικού ελέγχου μέσω τεχνητών μελών προσαρμοσμένων στο κουτί, είτε μέσω άλλων εξαρτημάτων που ήταν προσαρτημένα στο σώμα της και τα οποία δεν μπορούσε να αφαιρέσει. Είχε το κλειδί στο χέρι της. Και είχε και τις οδηγίες. Όταν ξύπνησε μέσα στο κουτί από την λάμπα που βρίσκεται στο ταβάνι του κουτιού της και ανάβει για τέσσερις (4) ώρες καθημερινά, αλλά σε απρόβλεπτο χρονικό διάστημα έκαστη ημέρα, υπήρχε στο πάτωμα ένας φάκελος. Μετά την αρχική αντίδραση του να αντικρίσει το μέρος στο οποίο βρίσκεται και τον εαυτό της καλυμμένο σε στρατηγικά σημεία του σώματός της με μεταλλοπλαστικές κατασκευές, έπειτα από το ουρλιαχτό που έβγαλε, σαν κι αυτό που δεν αντέχεις άλλο και νιώθεις να σου σκίζεται το λαρύγγι στα δύο να σου πετάγονται τα μάτια προς τα έξω να σου χαρακώνονται τα πνευμόνια από ένα μίγμα απελπισίας και οργής, έπειτα από αυτήν την διαδικασία έντονου σοκ και την κατά ενενήντα οκτώ τοις εκατό (98%) πιθανή εμφάνιση συμπτωμάτων μετατραυματικού σοκ -έι κέι έι πιτιεςντι- έπειτα απ’ όλα αυτά είδε τον φάκελο. Τον άνοιξε και μέσα βρήκε ένα ακουστικό από πλέξιγκλας με ενσωματωμένο τσιπάκι. Το έβαλε κι ένιωσε πως γίνεται τελικά να μπορούν ακόμη και να σου βιάζουν τ’ αφτί. Το περιλαίμιο μετέφερε την πληροφορία της εισαγωγής του ακουστικού στην εξωτερική υπολογιστική μονάδα και εστάλη εντολή να ξεκινήσει η ηχογραφημένη αναπαραγωγή μιας κυριούλας από βόις τζενερέιτορ να διαβάζει το εξής μήνυμα:

«Βρίσκεστε υπό κράτηση εντός αυτού του κελιού έως ότου αποφασίσετε να θελήσετε εσείς να βγείτε εκτός. Μέσα στον φάκελο θα βρείτε ένα κλειδί για την πόρτα που βρίσκεται μπροστά σας. Αν το τοποθετήσετε στην σχισμή που βρίσκεται στην δεξιά πλευρά θα ανοίξει και θα μπορείτε να βγείτε. Για να καταφέρετε να το κάνετε αυτό θα πρέπει πρώτα να επιτρέψετε να σβήσετε από την μνήμη σας όλα τα λάθη που έχετε κάνει μέχρι τώρα ως άνθρωπος. Όταν το αποφασίσετε θα πρέπει να χτυπήσετε την παλάμη σας δύο φορές επί της υποδοχής που βρίσκεται αριστερά σας στο πάτωμα, να περιμένετε είκοσι δευτερόλεπτα μέχρι το περιλαίμιό σας να εκτελέσει την επιτυχή διαγραφή των μνημών αυτών με λέιζερ τα οποία στοχεύουν από ενσωματωμένους πτυσσόμενους βραχίονες που εκτείνονται με ακρίβεια στα σημεία του εγκεφάλου σας τα οποία αποθηκεύουν τα εν λόγω γεγονότα, και έπειτα όταν ακούσετε τον ήχο [παίζει ήχος] θα μπορέσετε να βγείτε. Οποιαδήποτε προσπάθειά σας να ξεγελάσετε τον υπολογιστή θα αποτύχει και θα τιμωρηθεί με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

Α) Ηλεκτροσόκ στο στήθος, στα δάχτυλα των ποδιών, στον λαιμό, στην μασχάλη μέσω των συσκευών που έχουν τοποθετηθεί επάνω στο σώμα σας,
Β) Διάτρηση των πλευρών ή των γλουτών από εντοιχισμένα σε όλες τις πλευρές του κελιού σας καρφιά με δυνατότητα πύρωσης,
Γ) Διείσδυση τεχνητού μέλους –έι κέι έι δονητής- στον κόλπο που βρίσκεται προσαρμοσμένος στο ατσάλινο εσώρουχο που φοράτε και υποβολή σε υποχρεωτικό αυνανισμό κατά την διάρκεια του οποίου θα ακούγονται σε άτακτα χρονικά διαστήματα δυσφορικοί ήχοι στα 92 ντιμπι.

Σε περίπτωση που θέλετε να ακούσετε την ηχογράφηση αυτή ξανά παρακαλώ να αφαιρέσετε την συσκευή από το αφτί σας και να την επανατοποθετήσετε μετά το πέρας δέκα δευτερολέπτων.»

Έπιασε στο χέρι της το κλειδί, το περιεργάστηκε και αποφάσισε να προσπαθήσει –αποτυχημένα φυσικά- να δραπετεύσει πολλές φορές στην διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος στο οποίο βρισκόταν εντός, με «φυσική» κατάληξη τις διαφορετικές τιμωρίες (εκπαιδευτικού χαρακτήρα όπως διατείνονται οι εκτός) προς συμμόρφωσή της. Περιορισμένη μέσα σε ούτε ένα τετραγωνικό μέτρο, καθηλωμένη στο εντός με συσκευασίες έτοιμου πλαστικού φαγητού που άχνιζαν από τον φούρνο μικροκυμάτων κι ένα καθικάκι για τις περιπτώσεις που δεν μπορούσε να αρνηθεί την ανθρώπινή της φύση να της θυμίζουν ότι έχει σώμα και είναι ακόμη ζωντανή, απελπισμένη με την μοίρα και τις επιλογές της έφτασε στο συμπέρασμα ότι το μεγαλύτερό της λάθος σύμφυτο του χαρακτήρα της ήταν ότι έκανε λάθη. Ήταν από τους καθυστερημένους που είχαν διασωθεί τυχαία έπειτα από την τεχνολογική τελειοποίηση του είδους κι έπρεπε ν’ αναβαθμιστεί. Είχε έρθει η ώρα της. Ήξερε ότι μετά την λεϊζερική αφαίρεση των λάθος μνημών θα ακολουθούσε εκπαίδευση και επαναπρογραμματισμός κυκλωμάτων συμπεριφορών προς αποφυγή μελλοντικών παρεκκλίσεων από την νέα βερσιόν της, διάρκειας επτά (7) μηνών. Εντατικά. Για να επιβιώσει το νέο τέλειο είδος. Για να γίνει κι αυτή τέλεια. Για να μην κάνει λάθη. Γιατί τα λάθη είναι κατάλοιπο. Γιατί τα λάθη είναι λάθος να υπάρχουν. Γιατί τα λάθη ορίζουν τα αδύναμα μέλη. Γιατί τα λάθη είναι το σύμπτωμα των νέων λεπρών. Και στα λάθη αντιπροτείνεται η λήθη.

[Μαύρο. Ανάσα. Ανάσα. Ανάσα. Ανάσα. Ουρλιαχτό. Ανάσα. Ανάσα. Χτύπημα γροθιάς στα τριάντα (30) εκατοστά προς τα δεξιά επανειλημμένα. Ανάσα. Ανάσα. Ανάσα. Απρεπείς εκφράσεις –έι κέι έι μπινελίκια- χωρίς παύσεις. Ανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσα_______________________________ Κρίση πανικού. Αγκύλωση άκρων. Ανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσανάσα. Άκαμπτα μέλη. Λιποθυμία. Μαύρο ακόμα. Μαύρο για πάντα.]

Θέλει να βγει έξω. Θέλει τα προνόμια του να ‘ναι απέξω. Θέλει τα πλεονεκτήματα της αποστειρωμένης ζωής σε ατομική συσκευασία από μονάδα μαζικής παραγωγής. Θέλει το ατού μιας ομοιόμορφης μονότονης καθημερινότητας. Θέλει να γίνει μία απ’ όλους, θέλει να σταματήσει να είναι αυτή η μία. Θέλει την ησυχία της. Θέλει το σπιτάκι της, τη ζωή της, τη δουλίτσα της, το γκομενάκι της, την παραγωγική της αξία πίσω. Θέλει όλα αυτά που ποτέ δεν ήθελε. Και σιχαίνεται την παρτάρα της που κατάφεραν να της πάρουν αυτά που ήθελε παλιά και να τα αντικαταστήσουν με όλα αυτά που μισούσε. Θέλει να τα γαμήσει όλα. Όλα. Θέλει να πατήσει πάνω σε πτώματα, να ξεκοιλιάσει υπολογιστές και να φτύσει οθόνες, θέλει να βγάλει μάτια με τα δάχτυλά της και να τα τραβήξει μέχρι αποκοπής από το οπτικό νεύρο, θέλει να δαγκώσει λαρύγγια και να φάει καρδιές, θέλει να κόψει το πόδι ενός να το κάνει ρόπαλο και να βαράει άλλον στο κεφάλι μέχρι θανάτου, θέλει αίμα και σπλατεριά, θέλει μάχη και ιδρώτα, θέλει να βουτήξει από ψηλά βράχια στην θάλασσα και να πιάσει πάτο. Και να γίνει ψάρι, να μείνει εκεί για πάντα.

Το κλειδί ήταν προσεκτικά σχεδιασμένο στο μέγεθος πιστωτικής κάρτας από υψηλής αντοχής υλικά για να μην καταστρέφεται, χωρίς αιχμηρές γωνίες. Έμοιαζε παλιάς τεχνολογίας σε σχέση με αυτά που είχε συνηθίσει μέχρι τότε, αλλά υπήρχε λόγος. Οποιοδήποτε άλλο μέγεθος ή σχήμα ή υλικό θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τον αυτοτραυματισμό του εγκλείστου ή ακόμη και τον πιθανό θάνατό του –έι κέι έι αυτοκτονία. Δεν μπορούσε να το κάνει τίποτα παρά να το τοποθετήσει στην σχισμή που έβλεπε στο εκτός. Σ’ εκείνο το εκτός που δεν είχε έξοδο κινδύνου και ο πλανήτης ήταν τόσο μικρός εντέλει που δεν την χώραγε. Ήταν σίγουρη ότι όλοι οι όμοιοί της είχαν μπει στο ίδιο πρόγραμμα με εκείνη ή ότι θα έμπαιναν σύντομα. Χωρίς ανθρώπους σ’ ένα εκτός μικροσκοπικό χωρίς ζωή. Χωρίς τίποτα. Χωρίς –σκέτο. Μέσα και μόνη με μοναδική παρέα την ίδια ρομποτική ηχογράφηση σε λούπα ή έξω και χωρίς εαυτό με κόσμο σαν και την νέα τέλεια εκδοχή της.

[Κίτρινο θαμπό φως. Καθισμένη – κάτω άκρα σε γωνία με τις πατούσες να πατάνε στην άλλη άκρη του κουτιού – πήχεις στα γόνατα – πλάτη σε στάση κύφωσης – κεφάλι σκυμμένο μεταξύ κορμού και χεριών – δάχτυλα βεντάλια. Κεφάλι σηκώνεται. Ελαφρά αιώρηση. Πέφτει στο στέρνο. Φόρα και Μπάμ. Τοίχος. Στέρνο. Φόρα. Μπάμ. Τοίχος. Στέρνο. Φόρα. Μπαμ. ΤοίχοςΣτέρνοΦόραΜπαμ. ΤοίχοςΣτέρνοΜπαμ. Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμμπαμμπαμμπαμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμμπαμ_______________________________________________________________________________________________________________________________________________________________Τοίχος.
Μεταλλικά και πλαστικά μέρη ανέπαφα.
Μία (1) βαμμένη έδρα κύβου.
Κίτρινο θαμπό φως.
Ακόμα.]

Σύφιλη

Εικόνα

-παύση-

Άποψη. Να σκέφτεσαι. Να σκέφτεσαι τις απόψεις σου, αυτές των άλλων. Να διαφέρεις. Λίγο, μην το παραχέσεις και γίνεις επικίνδυνος. Μια ψευδαίσθηση διαφορετικότητας μόνο. Μόνο αυτό. Τίποταλλο. Όλο μια λέξη μόνο.  «Αυτομόνο. Τιποτάλλο.» Διαφέρεις; Τόσο όσο; Ούτως ώστε; Κέρδισες, έγινες ένας, έγινες μοναδικός, έγινες αξεπέραστος, έγινες ένα σκατό στην κολυμπήθρα με τα λύματα. Σκέψου να σουν κι ευκοίλια… Αχ, μεγαλεία. Μπορείς να το παλέψεις, να γίνεις και συ τσερλιό, αλλά και σαν μικρή κουράδα καλός είσαι: ένα ακόμη συμπαγές σκατουλάκι ανάμεσα στα υπόλοιπα. Μπράβο! ΜΠΡΑΒΟ! ΜΠΡΑΒΟ ΛΕΜΕ!!

-μαύρο-

Τα πλήθη ενθουσιάζονται, χάνουν τον έλεγχο, χιλιάδες κόσμου φωνάζουν από τον πάτο των πνευμόνων τους, σκίζουν τα ρούχα τους με βία, οι φλέβες στα μέτωπα και τους κροτάφους διογκώνονται, αρχίζουν να ποδοπατιούνται με μανία, κανείς δεν είναι ίδιος, όλοι είναι διαφορετικοί, όλοι θέλουν να σε αγγίξουν να φτάσουν το μεγαλείο του μοναχικού σου βάθρου, τα φώτα παίζουν πάνω σε χιλιάδες κεφάλια που φωνάζουν ανεξέλεγκτα το όνομά σου σαν κάποιο μάντρα χωρίς σημασία για εμάς τους υπόλοιπους, εσύ πάνω στο βάθρο σου κοιτάς αμέριμνος και χαλαρός τον σκοτωμό που γίνεται λίγα εκατοστά κάτω από τον θώκο σου, χαμογελάς αυτάρεσκα βλέποντας τις σάρκες να σκίζονται για να σε φτάσουν, τα ουρλιαχτά από αυτούς που πεθαίνουν ακούγονται σαν συμφωνία κι εσύ απλώς χαμογελάς, τα πλήθη ορμούν προς το τσιμεντένιο βάθρο, σπάνε κεφάλια, παίζουν μπουνίδια κάτω από τον θρόνο σου, κάτω από τον ουρανό, στην μέση ενός σκουπιδότοπου με τις τεράστιες μάζες βρωμιάς να σχηματίζουν ένα φρούριο γύρω σου, κι εσύ εκεί, στην μέση της μπόχας ν’ απολαμβάνεις το λικεράκι της μαμάς (βύσσινο) και τους υπηκόους σου να δίνουν την τελευταία τους πνοή για την παρτάρα σου.

-μαύρο-

-τίτλοι αρχής-

Η ταινία θα παίζει για πάντα στο κεφάλι. H ίδια. H μοναδική. H αξεπέραστη.

H φαντασίωση που πάντα σε μούσκευε αλλά ποτέ κανένας δεν θα τη ζήσει παρά μόνο το μυαλό.

Αντίδραση «θέλω κι άλλο αλλά δεν έχω να μού δώσω».

Καρφίτσα #15

Image

자꾸만 네가 떠올라, Sinking of you, Daehyun Kim, 2010

Οι κορεάτες, λέει, όταν θέλουν να πουν «σε σκέφτομαι συνέχεια» στην πραγματικότητα λένε «αιωρείσαι συνεχώς όλο και πιο ψηλά». Και θυμάμαι όλες εκείνες τις ώρες που σε βλέπω να ίπτασαι

-ξαπλωτό σώμα,

με τα άκρα σου να σπάνε και να φεύγουν

σε διαφορετικές κατευθύνσεις

σχηματίζοντας ευθείες καμπύλες που τέμνονται κάπου έξω από αυτόν τον κόσμο,

την μέση σου να κάνει ένα

λίγοελάχιστοτόσοόσο

τόξο

και

 το πρόσωπό σου χωρίς χαρακτηριστικά σαν κάποιος να έκοψε την προσωπογραφία σου

στα περιθώρια του κεφαλιού

και να το γέμισε με μάτια-

σαν να πετάς ανάμεσα σε αστεροειδείς.

Εκεί, λίγο πιο χαμηλά απ’ το ταβάνι μου.

Τουλάχιστον.

Image

Ένα τεράστιο διογκωμένο κενό να γεμίζει το στομάχι. Ένα σφαιρικό -εκ πρώτης όψεως- κενό που ανά ακανόνιστα διαστήματα διογκώνεται ή συρρικνώνεται δημιουργώντας κωνικές αιχμές. Μια μπάλα με ακατάστατα κοφτερά καρφιά. Μέσα στα σπλάχνα. Να τρυπάει το συκώτι ή τα πνευμόνια ή τα πλευρά.

Δυο τέτοιες ακανθώδεις σφαίρες στο χώρο να έλκονται. Και να πλησιάζουν αργά, σχεδόν ακίνητες. Και όταν φτάσει η ώρα το κενό του ενός να πληγώνει το σώμα του άλλου. Και τούμπαλιν.

Τα σώματα αυτά καρφώνονται παρέα. Τουλάχιστον.

Η που έγινε Ο

Image

Όταν ήμουν οχτώ η μαμά μου με ρώτησε αν θέλω να μάθω μουσική. Δεν ήθελα και πολύ, αλλά η ζωή στο δημοτικό ήταν πολύ βαρετή, οι ώρες δεν περνούσαν με τίποτα και κάτι έπρεπε να κάνω για να δικαιολογήσω την προσμονή για την «ζωή των μεγάλων» σκοτώνοντας τις κενές μέρες μου. Οπότε της είπα ναι. Η καλή μου η μαμά με ρώτησε τι ήθελα να μάθω κι εγώ δεν ήξερα. Η αδερφή μου παλιότερα έκανε πιάνο, οπότε θα ‘ταν πολύ άσχημο για έναν άνθρωπο που πάντα έψαχνε να μην μοιάζει να ασχοληθεί με το ίδιο όργανο. Με ώθησε στην κιθάρα. (Είχε κι αυτόν τον πόθο από μικρή να μάθει η ίδια κιθάρα, οπότε όσο να ‘ναι ήταν κάπως αναμενόμενη η πρόταση). Πήγαμε και πήραμε κιθάρα. Έκανε σαράντα χιλιάδες δραχμές, δηλαδή ήταν ακριβή. Όταν άκουσα πόσο έκανε κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να τα παρατήσω σ’ έναν μήνα, όπως έκανα με τις περισσότερες δραστηριότητές μου. Μάζεψα τα κουράγια μου, είπα ψέματα στον εαυτό μου ότι ήθελα πάντα να το κάνω αυτό και περίμενα να βρούμε έναν άνθρωπα να με μάθει το ρημαδοόργανο. Η μαμά βρήκε την Ζ. Ήρθε σπίτι ένα απόγευμα γύρω στις πέντε. Ήταν μια ψηλή νταρντανογυναίκα που όλο χαμογελούσε και μού έκανε αστεία. Εννιά μήνες περάσαμε ζάχαρη κι ας της έκανα τη ζωή πατίνι. Φαντάσου ότι άρχισε να μού αρέσει κι η κιθάρα, δηλαδή. Μέχρι που έγραφα δικά μου «τραγούδια». Μεγαλεία. Μετά το καλοκαίρι εκείνο η μαμά μου με ρώτησε αν θέλω να συνεχίσω κιθάρα. Φυσικά και θέλω μαμά, η Ζ. είναι γαμάτη τύπισσα, γιατί να μην θέλω δηλαδή; Πήγε, λοιπόν, η μαμά και πήρε τηλέφωνο την Ζ. Θυμάμαι που καθόμουν στην ψηλή καρέκλα της κουζίνας και ταξινομούσα τις τηγανιτές μου πατάτες φτιάχνοντας έναν πατατένιο λαδερό ήλιο (πάντα το έκανα αυτό «για να κρυώσουν»- στην πραγματικότητα το έκανα για να περάσει λίγη παραπάνω ώρα μέχρι να τελειώσει η βαρετή ζωή που ζούσα) και την άκουγα που μιλούσε συνωμοτικά με συνθήματα στο τηλέφωνο. Όταν το έκλεισε γύρισε προβληματισμένη και μου είπε: «Ηλεκτράκι, η Ζ. δεν θα μπορέσει να σού κάνει μάθημα φέτος». Περιττό να πω ότι έβαλα τα κλάματα κι άρχισα να φωνάζω γιατί δεν με ήθελε η Ζ., και να δεις που εγώ έφταιγα γιατί είχα αλείψει την κιθάρα με ελαιόλαδο κατά λάθος ή επειδή την πείραζα συνέχεια ή επειδή καμιά φορά δεν διάβαζα τόσο όσο έπρεπε. Και δώσ’ του κλάμα. Η μαμά κάθισε δίπλα μου και μού είπε ήρεμα «μην κλαις μικρούλι μου, δεν φταις εσύ. Να, απλώς η Ζ. δεν είναι πια Ζ. Έκανε μια εγχείρηση κι έγινε αγοράκι. Τώρα τον λένε Ν. και σ’ αγαπάει ακόμα και θέλει να σού κάνει μάθημα. Αλλά εσύ θ’ αποφασίσεις αν θες ή όχι.» Κοίταξα τον μισό πατατοήλιο, ρούφηξα τις μύξες μου, κοντοστάθηκα λίγα δευτερόλεπτα και επεξεργαζόμουν τις πληροφορίες. Η Ζ. έγινε Ν. Η μαμά μου σε μια  προσπάθεια να μού εξηγήσει (ή ίσως και να εξηγήσει στον εαυτό της) γιατί και πώς, έβαλε ό,τι φιοριτούρα της ήρθε στο κεφάλι για να μπορέσει να χωρέσει η νέα κατάσταση στον εννιάχρονο εγκέφαλό μου. «Ε, σιγά ρε μαμά, αυτά τα ξέρω ήδη, μπορεί και καλύτερα από σένα, δεν είμαι χαζή». Την επόμενη βδομάδα ήρθε ο Ν. Ένας ψηλός γεροδεμένος τύπος, ίδιος με την Ζ. απλώς τώρα ήταν ο. Το ίδιο χαρούμενος άνθρωπος, το ίδιο καλός δάσκαλος, το ίδιο αστείος. Θυμάμαι που φοβόμουν μην τυχόν και μού ξεφύγει και τον πω Ζ. αντί για Ν. αλλά ποτέ δεν το έκανα. Κι ήμουν τόσο περήφανη γι’ αυτό. Μετά από λίγους μήνες σταματήσαμε τα μαθήματα γιατί ο Ν. βρήκε δουλειά σε μια ορχήστρα μεγάααααλη μού είπε η μαμά μου και δεν προλάβαινε. Άλλαξα δάσκαλο, μ’ έκανε να βαριέμαι απελπισμένα, θυμήθηκα ότι η κιθάρα δεν ήταν επιλογή μου παρά μόνο μία διέξοδος από την βαρεμάρα μου και τα παράτησα. Κι η αλήθεια είναι ότι ο Ν. μου ‘χει λείψει.

Σκιν

Image

Αν αυτό το σημάδι ήταν ελιά

Θα ‘χα την μεγάλη άρκτο στο μπράτσο μου

Να πιστοποιεί την δύναμη που γέμισε τα πνευμόνια μου

Αν τον επόμενο χρόνο εμφανιστούν δυο μικρές ελιές

Στο αριστερό μου βυζί –εκεί κοντά στο χάσμα-

Θα ‘χω ένα δελφίνι να σκίζει το δέρμα μου

Αν κάθε χρόνο τα καινούρια δερματικά μου στίγματα

Αναπαριστούν ανθρώπους που μού λείπουν

Είμαι χαμένη από χέρι

Ο sigmataf και ο κόσμος

Όταν πας σε λάιβ του σιγματάφ ξέρεις τι σε περιμένει. Περίπου. Μάλλον. Δεν ξέρω, νομίζω δεν θυμάμαι πια τι περίμενα. Αμήχανα μαγκωμένη στην μπάρα να παίζω με τα χέρια μου σ’ ένα απ’ τα πιο γρήγορα τέμπο που μπορούν να πιάσουν τα άχρονα άκρα μου. Περιμένοντας. Το λάιβ είχε ξεκινήσει κι εγώ με τις άμυνές μου παρέα να έχουμε κρεμαστεί από ένα κομμάτι ξύλο, να κουνάμε μηχανικά τα χείλια μας σε κάθε μικρή λεξούλα που ακούγαμε. Και ο χρόνος να κυλάει αργά αναμένοντας την άλωση. Μέχρι εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Μέχρι εκεί που η ισχύς του βαρεμένου ψυχάκια που κουνιόταν πέρα δώθε στην σκηνή πήρε τις άμυνές μου και τις πέταξε στον κουβά πίσω από την μπάρα. Αφέθηκα στο όπου του τότε. Κρεμιόμουν από τα μάτια εκείνα που στάζαν την παράνοια όλων μας, όλων όσων ήμασταν εκεί κι όλων εκείνων που θέλαν να είναι αλλά έχουν σκορπιστεί στη γη. Το εύρος των αισθήσεών μου είχε πολλαπλασιαστεί επικίνδυνα. Περνούσα το προσωπικό μου στεγνό τριπάρισμα. Τα λάιβ του σιγματάφ δεν είναι σαν εκείνες τις συναυλίες που διασκεδάζεις, που θα πας με την παρέα και θα χορέψετε μέχρι να γίνετε ένα με το πάτωμα, που θα πεις τα χαζοαστειάκια της όμορφης διάθεσης. Ούτε σαν τα άλλα λάιβ που θα νιώσεις την ομορφιά να σε τυλίγει, που θα σκεφτείς ότι να που υπάρχουν και οι μουσικές που σε βαφτίζουν στο όνομα της αγνότητας. Τα λάιβ του σιγματάφ είναι από εκείνες τις εμπειρίες που σε βγάζουν από το δέρμα σου, που σού πετάνε τις πιο σκοτεινές όψεις σου στο πάτωμα και τις ποδοπατάνε μέχρι ν’ αρχίσουν να ουρλιάζουν για έλεος, είναι κάτι σαν εξωσωματική εμπειρία. ((Σαν να βλέπεις το έντερ δε βόιντ με μανιτάρια.)) Βγαίνεις από εσένα και σε κοιτάς από κάθε πιθανή πλευρά κι όλες σου οι παρελθούσες πράξεις περνάνε ξανά και ξανά από μπροστά σου σε λούπα, λίγοδιαφορετικέςλίγοίδιες. Και εκείνος ο τύπος εκεί πάνω που χτυπιέται σού την δίνει ρε φίλε. Με κάθε τρόπο. Ήθελα να πάω δίπλα στη σκηνή με φόρα, να τον αρπάξω από το μπλουζάκι του με μίσος, να τον τραβήξω κάτω με την δύναμη δέκα λιονταριών και να χωθώ στην αγκαλιά του κλαίγοντας σαν μωρό. Ήθελα ν’ αρχίζω να ουρλιάζω στους τύπους γύρω μου ότι είμαι ανώμαλη ρε μαλάκες, είμαι μια σιχαμένη μύξα και θέλω να κολλήσω πάνω σας σα βδέλλα, να με νιώσετε στο δέρμα σας ότι αυτή είμαι, είμαι αυτή που είστε κι εσείς. Ήθελα να συντριβεί ο κόσμος, να γίνει κομμάτια και μόνο εκείνο το μαγαζί να μείνει όρθιο, γιατί δεν γινόταν να τελειώσει όλο αυτό. Ήθελα να κουλουριαστώ σε εμβρυϊκή στάση κάτω από ένα σεντόνι στη μέση του κόσμου, να πιπιλάω το δάχτυλό μου και να βγάζω τσιριχτούς φθόγγους χωρίς νόημα ή στόχο, γνωρίζοντας τους ήχους για πρώτη φορά. Ξέρεις πώς είναι όταν βλέπεις τον χειρότερο εαυτό σου; Ξέρεις πώς είναι όταν όλοι γύρω σου είναι κατ’ ουσίαν μόνοι τους και βλέπουν τον χειρότερο εαυτό τους; Είναι υπέροχα μαγικό μωρό μου. Όπως είναι κάθε φορά που γδύνεσαι τις μάσκες και τα παραβάν σου. Ο σιγματάφ δεν είναι τραγουδιστής ή καλλιτέχνης ή ψυχαναλυτής ή περφόρμερ ή καυστικός κρετίνος ή γελωτοποιός ή κύβος του ρούμπικ. Είναι αυτός που θα σού τραβήξει το λαρύγγι με τον αντίχειρα και τον δείκτη έξω απ’ το στόμα μέχρι να σκιστεί αργάααααααααα. Είναι αυτός που θα σε μπουκώσει συναίσθημα μέχρι τα πνευμόνια σου να σκάσουν στον πιο απελπισμένο οργασμό. Είναι αυτός που θα σού τρίβει με τις ώρες το μουνί μέχρι να μην αντέχεις άλλο μόνο και μόνο για να χώσει βαθιά μέσα σου με φόρα ένα ανοιχτό κοφτερό ψαλίδι. Και η μόνη σου ανάγκη εκείνη τη στιγμή είναι να θέλεις κι άλλο.

Το ροζ πτώμα

Image

Δεν είχε καμία όρεξη για έξοδο. Ούτε καν για το περίπτερο, ακόμη  κι αν τέλειωναν τα τσιγάρα του. Δεν πειράζει, θα την έβγαζε κάπως. Συνήθιζε να κρατάει τα πακέτα των καπνών που τελείωναν με τα τρίμματα που δεν στρίβονταν. Ανά διαστήματα τα μάζευε όλα σ’ ένα σακουλάκι για εκείνες τις δύσκολες ώρες που ξέμενε από λεφτά. Κάθε μήνα. Όλο και κάποιο σακουλάκι θα βρει, δεν είναι ανάγκη να ξεβολευτεί. Άραζε στην αδράνειά του και απορούσε με την πάρτη του, γιατί στην τελική δεν ήταν έτσι αυτός. Πάντα κάτι έκανε, πάντα κάπως έβρισκε την άκρη του, πάντα. Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Δύσκολα χρόνια κι οι καιροί δυσμενείς. Έφτιαξε καφέ, έστριψε το προτελευταίο τσιγάρο του πακέτου και ξάπλωσε. Κοιτούσε την υγρασία στο ταβάνι που ανά διαστήματα έκανε μικρούς σταλακτίτες νερού και αναρωτιόταν πόσο καιρό ήθελε για να βγει η μούχλα και να γεμίσει όλο του το ταβάνι, να το κάνει πρασινογκρί και να μην φαίνεται σπιθαμή άσπρου. Σκέφτηκε ότι θα μύριζε άσχημα όταν θα συνέβαινε αυτό –γιατί κάποια στιγμή θα συνέβαινε. Λίγο λιγότερο από πτώμα, μάλλον. Θυμήθηκε ότι τα πτώματα δεν μυρίζουν. Αφού τα ‘βλεπε καθημερινά, στον δρόμο, στα μαγαζιά, στο μετρό, στον καθρέφτη του. Παντού πτώματα. Δεν μύριζαν, δεν ακούγονταν, δεν έβλεπαν. Απλώς, με κάποιον μαγικό τρόπο στέκονταν όρθια και κινούνταν, σαν τα παιχνιδάκια μινιατούρες που τα κούρδιζε μικρός και άρχιζαν να περπατάνε. Χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό. Θυμήθηκε τότε ένα πτώμα που είχε δει τις προάλλες και ξεχώριζε απ’ όλα τ’ άλλα τυχαία πτώματα που έβλεπε έξω. Ήταν μια γυναίκα κοντά σαράντα χρονών. Μπορεί και μικρότερη να ‘ταν αλλά έτσι απεριποίητη που ήταν την έκανε σίγουρα για σαράντα. Φορούσε ροζ νάιλον φούστα μέχρι το γόνατο στενή, μια μαύρη μπλούζα με τρύπες από την φθορά και σαμπό νοσοκόμας. Ήταν λεπτή κι αδύναμη με ξεθωριασμένα πορτοκαλιά αχτένιστα (για μήνες) μαλλιά. Περπατούσε με τα άκρα της να κρέμονται άκαμπτα, σαν ρομπότ. Την κοιτούσε από μακριά γιατί δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ήταν αυτό το πτώμα που συναντούσε, δεν έμοιαζε μ’ όλα τ’ άλλα απρόσωπα συνηθισμένα πτώματα. Όταν έφτασε μπροστά του την παρατήρησε στο πρόσωπο. Είχε όμορφα χαρακτηριστικά, αλλά ήταν ταλαιπωρημένη. Το στόμα της ήταν μονίμως ανοιχτό και κοίταγε στο πουθενά, άστοχα. Έφτασε ο συρμός. Τα πτώματα συνέρρευσαν προς τις πόρτες, το ένα πάνω στο άλλο, όλα κοιτώντας το άνοιγμα της πόρτας. Όρμησαν μέσα. Μαζί κι αυτός. Μαζί και το ροζ πτώμα της κυρίας. Στάθηκε δίπλα της για να την παρατηρήσει λίγο καλύτερα. Έψαξε στα μάτια της να δει τι σκέφτεται. Κάτι δεν του κόλλαγε. Δεν ήταν το χαμένο βλέμμα, αυτό το ‘χε δει πολλές φορές. Κοίταξε γύρω του τους υπόλοιπους να ψάξει για συγκρίσεις. Χαμογέλασε μηχανικά σαν επιβεβαίωση στον εαυτό του όταν το κατάλαβε. Η κυρία είχε τεράστιες κόρες που καλύπτονταν από ένα καφετί στεφάνι. Προς στιγμήν σκέφτηκε ότι μπορεί να τυφλωθεί από το φως με τόσο μεγάλες κόρες, αλλά θυμήθηκε ότι το φως είχε χρόνια να φανεί στον κόσμο των πτωμάτων. Μετά προσπάθησε να θυμηθεί ποια είναι τα φάρμακα που σού μεγαλώνουν τις κόρες, αλλά θυμήθηκε μόνο την κοκαΐνη που διαστέλλει την ίριδα και απογοητεύτηκε απ’ την ισχνή του μνήμη. Το ροζ πτώμα βγήκε στο Σύνταγμα. Αυτός συνέχιζε. Φεύγοντας είδε όλα τα πτώματα να κινούνται γρήγορα στο μάρμαρο της αποβάθρας προς όλες τις κατευθύνσεις και στην μέση την κυρία να μένει όρθια κοιτώντας με τις τεράστιες κόρες της την άκρη της αποβάθρας. Ίσως να μην ήταν και τόσο πτώμα τελικά.

Θέα του τυφλού ματιού

Κυκλοφορεί σε όλες τις ειδήσεις
Ακόμη μια αυτοκτονία στην άκρη του δρόμου, ακόμη ένα ξενοδοχείο
Ακόμη ένας δημόσιος χώρος, ακόμη ένα πρόσωπο μητέρας
Δεν μπορώ να κοιτάξω, δεν μπορώ να βλέπω, δεν μπορώ να βλέπω
μα είμαι λαίμαργος με τις δικές μου ελευθερίες
Στα κεφάλια μας, πάνω στα κεφάλια μας
το αίμα κυλάει, προχωράμε δίχως να κοιτάμε, ούτε να γνωρίζουμε
Στα χέρια μου, στα χέρια μου, στα δικά μου χέρια
Ναι, η απώλειά σου είναι και δικιά μου, ακόμη και χωρίς την ματιά μου
Την ματιά μου

Γύρω και γύρω και γύρω
Να φωνάζουμε, να το φωνάζουμε
Σαπίσαμε το ώριμο
Μη το λεηλατήσουμε περισσότερο, όχι κι άλλο

Έχει διαχυθεί στον αέρα
Ναι, η μυρωδιά του θανάτου βρίσκεται παντού
Έρπεται μέσα από στον ωκεανό
Σαν φωτιά με λάδι
έρχεται και χύνεται στις σοδειές και το χώμα
Και περνώντας μέσα απ’ όλη την πόλη ψιθυρίζει
τα ονόματα αυτών που έχουν πεθάνει
Από τα χέρια των βομβών και των όπλων και του πολέμου
Δεν μπορώ να κοιτάξω, δεν μπορώ να βλέπω, δεν μπορώ να βλέπω
μα είμαι λαίμαργος με τις δικές μου ελευθερίες
Ήρθε η ώρα
ν’ αρχίσουμε να βλέπουμε

Γύρω και γύρω και γύρω
Να φωνάζουμε, να το φωνάζουμε
Σαπίσαμε το ώριμο
Μη το λεηλατήσουμε περισσότερο, όχι κι άλλο

* Ελεύθερη μετάφραση του τραγουδιού της Emily Wells «View from a blind eye» από τον δίσκο «Beautiful Sleepyhead and the Laughing Yaks». Ξέρω ότι οι μεταφράσεις τραγουδιών καταλήγουν να φαίνονται αστείες. Συναισθηματικά δεν κρατιέμαι να μην το κάνω.

Φώτα

Image

Να σκίζονται τα κορμιά τους από μέσα προς τα έξω. Να γαμιούνται σε ασπρόμαυρο και οι ποιότητες του φωτός να είναι τόσο καλές που να σε κάνουν να βλέπεις όλα τα χρώματα ακόμη κι αν αυτά δεν υπάρχουν. Η σάρκα να μαζεύει ανά διαστήματα και αλλού να τεντώνει, με τους μύες τους να συστέλλονται και να διαστέλλονται διαδοχικά. Πόδια που ανοιγοκλείνουν, παλάμες που σφίγγουν κομμάτια ύφασμα, μέλη που μπλέκονται μεταξύ τους σε κουβάρι. Οι γκριμάτσες στο πρόσωπο να γράφουν, μέχρι και οι μικρότερες συσπάσεις να παραμορφώνονται για να γίνουν η ομορφότερη μη ροζ τσόντα που έχει παιχτεί ποτέ. «θέλω να με φωτίσεις πρώτα και μετά  να με πηδήξεις». Κι από κάπου μια μικρή τρύπα να τραβάει όλο αυτό το φως μέσα στο σκοτάδι της και να το κάνει μικρά κομματάκια ψηφιακής μνήμης, για να μπορούν να το βλέπουν μετά παρέα και να λένε «τι όμορφο που είναι το ασπρόμαυρο αν έχεις τον φωτιστή που να μπορεί να στο στήσει…»

Αφετηρία

Image

Να φοβάσαι. Να φοβάσαι να ζεις. Κάθε κίνηση υποτάσσεται στις αρχές του φόβου. Κάποτε πηδάγαμε από βράχια έξη μέτρων και τώρα δεν περνάμε τον δρόμο αν δεν έχουμε στριφογυρίσει το κεφάλι μας εφτά φορές γύρω από τον άξονά του. Κάποτε τρώγαμε στρείδια κι αχινούς μέσα στην θάλασσα, φρέσκους και ζουμερούς, χωρίς λεμόνια μόνο με την αρμύρα. Τώρα πλένουμε τα τρόφιμα με σαπούνια, τα καθαρίζουμε επί είκοσι λεπτά, τα καλομαγειρεύουμε από φόβο μην τυχόν και κολλήσουμε σαλμονέλα ή φάμε κάποια υπολείμματα χώματος. Τρώμε απορρυπαντικά, παθαίνουμε ανοσία στα χημικά και αρρωσταίνουμε από την φύση.

Μην κάτσεις με βρεγμένο μαγιώ, θα κολλήσεις μύκητες. Μην μείνεις άπλυτος μια μέρα, θα βγάλεις εξανθήματα. Σαπούνισε τα μαλλιά σου καθημερινά, αλλιώς θα σού πέσουν οι τρίχες και θα μείνεις καραφλός. Μην χαϊδεύεις τ’ αδέσποτα, θα κολλήσεις κάτι που θα σε στείλει για μήνες στο νοσοκομείο, δεν θα υπάρχει θεραπεία, θα σού μείνει κουσούρι, θα παραμορφωθείς, θα μείνεις ανάπηρος, θα πεθάνεις. Μικρόβια, ιοί, μύκητες, βακτήρια, έντομα, κουνούπια, σαύρες, γάτες, ελονοσία, μαλάρια, ηπατίτιδα, έιτζ, ουρολοιμώξεις, ανεμοβλογιά. Κινδυνεύουμε.

Είχε πέντε διαφορετικές πετσέτες μαζί της: μία για το κεφάλι, μία για το μουνί, μία για τα πόδια, μία για το πρόσωπο, μία για ό,τι περίσσευε. Τέσσερα διαφορετικά προϊόντα καθαρισμού: ένα για το σώμα, ένα για το κεφάλι, ένα για το πρόσωπο, ένα για την ευαίσθητη περιοχή. Τρία διαφορετικά ξυράφια: ένα για τις μασχάλες, ένα για το πράμα της, ένα για τα πόδια –όλα μίας χρήσης. Η ιεροτελεστία της καθαριότητας ήταν η απόλυτη καθημερινή επιταγή. Σκουπιζόταν συνέχεια, τρίβοντας μανιωδώς το δέρμα της, λες και δεν ήθελε να έχει πέτσα. Λες και το δέρμα της ήταν η πηγή όλων των κακοτυχιών. Τρεις αλλαξιές βρακιά, δύο μπλούζες και ένα παντελόνι για μια μέρα. (Αλλά ό,τι και να κάνεις δεν μπορείς να ξεφύγεις από τους φόβους σου. Σε κυνηγάνε μέχρι να σε φάνε.) Πήγε να χέσει στην τουαλέτα του μπαρ. Έπειτα από ώρα ακροβατικών για να μην ακουμπήσει την λεκάνη, η κουράδα που βγήκε έπειτα από κόπο και πολύ σφίξιμο έσκασε στο νερό και εκτοξεύτηκε μια πιτσιλιά πάνω της. Έσκασε στο μπούτι της. Τι τυχερή! Φαντάσου να ‘χε σκάσει στο μουνί της… Σκουπίστηκε καλά, έκοψε ένα κομμάτι χαρτί ξέχωρα και σκούπισε την πιτσιλιά απ’ το μηρό της. Σιχάθηκε τον εαυτό της. Βγήκε στον προθάλαμο, έβαλε σαπούνι στα χέρια της και άφησε το νερό να τρέχει άφθονο. Έπειτα με προσοχή έβαλε λίγο ακόμη στο πόδι της, στο σημείο εκείνο που λεκιάστηκε από την ελεύθερη πτώση του σκατού, κι έτριψε για να φύγει από πάνω της η βρώμα. Αποχώρησε από τα αφοδευτήρια, προχώρησε προς την σκηνή της, έπιασε ένα μωρομάντηλο από την πλαϊνή θήκη της τσάντας της και ξανασκούπισε την καθαρή –πλέον- πηγή του κακού. Ένιωσε κάπως ανακουφισμένη. Όχι για πολύ. Οι εμμονές δεν κατατροπώνονται με ένα υγρό μαντηλάκι.  Ήρθε και με βρήκε. Μού εξιστορήθηκε με περίσσιο άγχος την απρόσμενη κακοτυχία της, και αφού ολοκλήρωσε με πάθος την περιγραφή με ρώτησε με μια κρυφή ελπίδα: «Μήπως έχεις μαζί σου αντισηπτικά μαντηλάκια; Ντετόλ, ας πούμε;».

Κινδυνεύουμε από το νερό που πίνουμε, από την θάλασσα στην οποία βουτάμε, από τον αέρα που αναπνέουμε, από τα ζώα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας και ποιος ξέρει τι κουβαλάνε, από τα ποτήρια και τα πιάτα των καταστημάτων που δεν ξέρουμε πως έχουν πλυθεί, από τα φρούτα και τα λαχανικά που έχουν ψεκαστεί με λιπάσματα, από τα κρέατα που δεν είναι καλά συντηρημένα λες κι εμείς ξέρουμε πως είναι το καλά συντηρημένο κρέας, από το χώμα που είναι βρώμικο, κι ας λένε κάποιοι ότι δεν είναι βρώμικο και είναι απλώς χώμα. Κινδυνεύουμε απ’ όλα αυτά που δεν είναι επικίνδυνα. Τουλάχιστον, όχι τόσο όσο οι εμμονές μας. Κρυβόμαστε μέσα σε χημικές μεμβράνες αποτελούμενες από κρέμες, απορρυπαντικά, προϊόντα καθαρισμού, μαντηλάκια πάσας χρήσης, σιτρονέλες, αλοιφές, χημείες απροσδιορίστου φύσεως. Και αισθανόμαστε καλά με όλες αυτές τις στρώσεις που αλλοιώνουν την πραγματική μας υφή.

Φόβος. Παντού. Μέχρι και στο χέσιμο, φόβος. Να φοβάσαι. Και μετά να καταναλώνεις για να μην φοβάσαι. Να είσαι προστατευμένος, ασφαλής, όμορφος, καθαρός και κανείς δεν θα μπορεί να σε πληγώσει. Τι; Όχι;

()

Image

Παλιά, είχαμε ανάγκη τις παρενθέσεις. Εκεί λέγαμε τα μικρά ασήμαντα, κρύβαμε τις τοσοδούλικες αλήθειες μας και μοιραζόμασταν τα ένοχα μυστικά μας.

Παλιά, τότε που μαθαίναμε να μιλάμε ή ακόμη-ακόμη τότε που μαθαίναμε να ακούμε, οι παρενθέσεις ήταν απαραίτητες. Ήταν μια παιδική συνομωσία μέσα στην οποία κλείναμε ένα κομμάτι των συναισθημάτων μας για να μην το πειράξει κανείς. Οι καμπούρες που αγκάλιαζαν τις φράσεις που δεν θέλαμε να κυριαρχούν (αλλά πάντα έκρυβαν τα μεγαλύτερα πάθη μας) ήταν το μυστικό που μας κρατούσε μαζί.

(Ξέρεις, κάποτε κάποια με έκανε να σκεφτώ ότι οι άνθρωποι που αγαπιούνται συνδέονται μ’ ένα μαγικό αόρατο λάστιχο που ξεκινάει από τον αφαλό του ενός και καταλήγει στον αφαλό του άλλου.

Έτσι μένουν δεμένοι για καιρό αφήνοντας πάντα ο ένας στον άλλον τον χώρο του να τραβηχτεί μακριά, να γυρίσει, να κυλιστεί, να χοροπηδήσει, να ταξιδέψει μέχρι εκεί που αντέχει το λάστιχο.

Και όταν αυτό φτάσει να τεντωθεί στο τέρμα ή που θα κοπεί ή που θα δώσει μία δυνατά και θα φέρει τα σώματα πάλι κοντά, σε απόσταση αναπνοής.

Πάντα μου πίστευα ότι οι παρενθέσεις είναι αυτές που την κρίσιμη στιγμή κρατάνε το λάστιχο ζωντανό και φέρνουν ξανά τους ανθρώπους κοντά.)

Τώρα, οι παρενθέσεις λείπουν, έχουν χάσει τον ρόλο τους. Αντικαταστάθηκαν από καθέτους και πλάγιες γραμμές που χαρακώνουν τα όρια, βάζουν γωνίες στα λόγια, καθορίζουν τα τείχη γύρω μας.

Τώρα, οι καμπύλες είναι υπό εξαφάνιση και διωγμό. Τα ασήμαντα/σημαντικά λέγονται υπόγεια, σε δεύτερα και τρίτα επίπεδα, τα βάζουμε κάτω από κουβέρτες μελανιού και πίξελ, τα φυλακίζουμε μέσα σε γραμμές. Κι απαιτούμε. Συνεχώς. Απ’ όλους να βουτήξουν μέσα στο κεφάλι μας για να βρουν τις παρενθέσεις μας. Και πού να βρει ο άλλος την δύναμη να βουτήξει στον σκοτεινό βυθό των στακάτων φράσεών μας; Πού να βρει την διαύγεια να ψάξει ανάμεσα στα τετράγωνα και τις γωνίες μας όταν δεν ξέρει που να βρει ούτε τις δικές του παρενθέσεις;

|| Φαντάσου (λέει) να καταφέρεις να βρεις την παρένθεση κι αυτή να ‘ναι κλεισμένη μέσα σε γωνίες/γραμμές/καθέτους/τετράγωνα ||

Image

Φ και Ψ

Image

Έχω μια φίλη από την Φιλαδέλφεια των φίφτις. Φιλοτελίστρια.

Φοράει το μώβ φόρεμά της καθισμένη στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο που βλέπει στην πίσω αυλή. Φυτεύει βασιλικούς και έμβρυα για λίπασμα.

Τοποθετεί προσεκτικά τα γραμματόσημα στα άλμπουμ που κρύβει στο σκρίνιο για μια ιδιαίτερη περίσταση. Κι έπειτα ανοίγει το ραδιόφωνο ψάχνοντας φωνές που θα την γεμίσουν περιμένοντας έναν φόνο της προκοπής.

~●~

Έχω μια φίλη από το Παρίσι του τριάντα. Ξεφυλλίζει φιγουρίνια.

Βάζει τα λιτά, σικ καπέλα της και ο αρραβωνιαστικός της, ο Φαμπιάν, την πάει να διαλέξει τα υφάσματα που θα δώσει για ράψιμο. Έτζι ντε πιες.

Φλυαρεί με φεμινίστριες καπνίζοντας από το τσιμπούκι της Φρεντεγκόντ αναμένοντας τα φύλλα να πέσουν στους δρόμους για να κάνει την πασαρέλα των ονείρων της πάνω στην σάπια κίτρινη κουβέρτα της φύσης.

Image

Έχω μια φίλη που φτιάχνει παζλ και όταν μένει σιωπηλή κάνει ταπ ταπ ταπ ταπ και λίγο ακόμη, σκεπτόμενη τα όμορφα αύρια, όταν τα βυζιά θα ‘χουν απελευθερωθεί.

~●~

Έχω μια φίλη που ζωγραφίζει και όταν μένει σιωπηλή κάνει μμμμμμ μμμ μμμμ ελπίζοντας σε μια όμορφη εικόνα που θα την σώσει από την μπεζ πλήξη και την έλλειψη φωτός.

~●~

Τι να πεις; Οι φίλοι είναι ψύλλοι που σού γαργαλάνε τις μασχάλες, σού χτενίζουν τα μαλλιά με τα ποδαράκια τους, μπαίνουν μέσα απ’ τ’ αφτιά σου στο κρανίο σου και κατοικοεδρεύουν στο μυαλό σου.

Σαπουνόφουσκες

Image

Είναι και η διαστολή του χρόνου. Ο καθένας να ζει στην δική του χωροχρονική πραγματικότητα, μέσα στην προσωπική του σαπουνόφουσκα και απλώς καμιά φορά, πότε για πολύ ή πότε για λίγο, να τέμνεται με την σαπουνόφουσκα του δίπλα. Για ορισμένο χώρο και για ορισμένο χρόνο, βεβαίως. Τα πρόσωπα να αλλάζουνε, να κάνουν κύκλους ο ένας γύρω από τους άλλους σε διαφορετικές φάσεις, σε διαφορετικές γωνίες, με άλλη φόρα, αέναα και μοναδικά. Άλλες σαπουνόφουσκες πάνε μαζί, άλλες μόνες, χάνονται και μετά ξαναβρίσκονται, σκάνε στον αέρα και δεν τις ξαναβλέπει κανείς, διαιρούνται σε περισσότερες, συμπτύσσονται, ξαναχάνονται και βρίσκονται. Και καμιά φορά βρίσκονται χωρίς να βρίσκονται. Ξέρεις, είναι κάτι άνθρωποι που δεν έχουν βρεθεί ουσιαστικά ποτέ, κι όμως έχουν βρεθεί στο εντός τους. Γιατί καμιά φορά οι χωροχρόνοι χωρίζονται και γίνονται χώρος και χρόνος. Και ο πρώτος μικραίνει τόσο που τα μίλια γίνονται καμιά δεκαριά μέτρα. Ο χρόνος πάλι μεγαλώνει και παγώνει τόσο όσο να καταφέρει να μικρύνει τον χώρο. Και τότε οι άνθρωποι συναντιούνται για λίγο. Ή πολύ. Αναλόγως την οπτική, τον παρατηρητή, τον χώρο, τον χρόνο, την φούσκα του καθενός. Γιατί οι φούσκες, εκτός από κύκλους γύρω από τις άλλες φούσκες, κάνουν και γύρους γύρω από τον εαυτό τους. Είναι, ξέρεις, η αρχή του κόσμου που ζούμε, όλα τα σώματα να κάνουν κύκλους γύρω από τον εαυτό τους. Πάρε για παράδειγμα τους πλανήτες, ή τα άτομα, ή τα κύματα. Έτσι, αν ο χώρος ανάμεσα στον έναν και τον άλλο συσταλεί σε επαρκή βαθμό ούτως ώστε να συμπίψουν οι φούσκες τους, τότε θα συναντηθούν. Και αν ο κύκλος που διαγράφουν γύρω από τον εαυτό τους καταλήξει να τους φέρει πρόσωπο με πρόσωπο, ή έστω πρόσωπο με αφτί, τότε και οι δύο θα είναι γνώστες της ύπαρξης του άλλου ανθρώπου. Και ο χρόνος; Ο χρόνος είναι σχετικός. Τον κάνουμε ό, τι θέλουμε και αυτός μας το ανταποδίδει ισάξια κάνοντάς μας ό, τι αυτός θέλει. Οι σκλάβοι του χρόνου είμαστε. Αυτού που δημιουργούμε, αυτού που αντιλαμβανόμαστε, αυτού που φανταζόμαστε και αλλοιώνουμε με το μυαλό μας. Το μυαλό αυτό που δεν έχει κέντρο αντίληψης χρόνου, παρά μόνο του ‘λαχε να ‘χει μάτια και να μπορεί ν’ αντιλαμβάνεται το φως και τις αντιθέσεις. Και όσων είναι τυχεροί ή πεισματάρηδες, το χρώμα. Και οι φούσκες γυρνάνε αέναα μέχρι να σκάσουν σαν μικρό πυροτέχνημα, προσπαθώντας άλλες φορές να πάνε κόντρα στην φυσική δύναμη που τις κάνει να περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό τους , να διαστέλλουν ή να συστέλλουν τον χωροχρόνο τους, κι άλλες ν’ αφήνονται έρμαια των φυσικών δυνάμεων. Ξέρεις για τι μιλάω. Για εκείνες τις στιγμές του πάτου της ευτυχίας, ή και τ’ ανάποδο. Τότε που δεν μπορείς, δεν θες (υπάρχουν φορές που δεν απέχουν και πολύ αυτά τα δύο, εξάλλου). Δεν νιώθεις ελεύθερος τότε; Δεν νιώθεις ένα με όλη την ύλη; Όχι μοναδικός. Μοναδικός δεν νιώθεις ποτέ από μόνος σου. Πάντα κάποιος άλλος σε κάνει να νιώθεις μοναδικός. Κι ίσως τελικά αυτός είναι ο λόγος που ψάχνουμε τους ανθρώπους γύρω μας, αντιστεκόμενοι σε δυνάμεις που δεν μπορούμε να ελέγξουμε σε μεγάλο βαθμό. Ψάχνουμε απεγνωσμένα να βρούμε κάποιον που να μας κάνει να νιώθουμε μοναδικοί. Και αν είμαστε τυχεροί ή μαχητές τον βρίσκουμε ή τους βρίσκουμε. Και μετά τους χάνουμε και γυρνάμε γύρω από τον εαυτό μας, γύρω από τους άλλους, και τους ξαναβρίσκουμε μερικούς και συγκρουόμαστε και όλα πάνε τα ίδια και διαφορετικά. Δεν έχει σημασία ο χρόνος τελικά. Τι μπορεί να μας κάνει μια έννοια που δεν θα μας το κάνει η πραγματικότητα; Ο χρόνος δεν θα τελειώσει ποτέ ή μπορεί καν να μην υπάρχει. Οι άνθρωποι όμως υπήρξαν και υπάρχουν στο κεφάλι μας μέσα και ξεπηδάνε εκεί που δεν τους περιμένεις, σαν αρουραίοι στους υπονόμους της παλιάς πόλης. Μην με παρεξηγείς. Τους αρουραίους τους αγαπώ όσο λίγα ζώα. Όπως και τους ανθρώπους. Λίγο πιο πολύ αυτούς που με ξαφνιάζουν ευχάριστα όταν φτάνουν στην σκέψη μου απρόσμενα. Και μετά φεύγουν πάλι ξαφνικά αφήνοντας πίσω τους μια ηρεμία που σε κάνει να παρατηρείς τον θόρυβο των ηλεκτρικών συσκευών και της πρίζας που είναι δίπλα στον καναπέ. Κι αυτός ο ήχος είναι μοναδικός. Κάνει το μυαλό να υποχωρεί και τις αντιστάσεις να πέφτουν. Γειώνει. Φέρνει την βασική θέση, την χαμηλότερη ενεργειακή στοιβάδα, την ισορροπία. Εναρμόνιση με την ύλη. Αλλά  για πόσο; Μέχρι ν’ αρχίσει εκ νέου η αντιπαράθεση δυνάμεων και να φυσήξει ο αέρας να πάρει την φούσκα, να την κάνει να γυρίσει γύρω από τον εαυτό της, μαζί μ’ άλλες φούσκες. Μέχρι την επόμενη χρονική στιγμή της κίνησης που θα ξεχάσουμε ότι είμαστε σκλάβοι του χρόνου για να ξαναθυμηθούμε πόσο λατρεύουμε να τον μισούμε εντέλει.

Καρφίτσα #14

Βρήκε καταφύγιο στις ταινίες από μικρή. Το κατάλαβε ότι κάπως έτσι θα πάνε τα πράγματα από δω και πέρα όταν βρέθηκε να στέκεται μ’ έναν λογαριασμό τηλεφώνου στο χέρι μπροστά από τα ράφια με τα dvd στο μαγαζί της γειτονιάς. Μισή ώρα μετά πλησίασε στο γραφείο για να νοικιάσει το Hedwig and the Angry Inch. Η πρώτη ταινία που διάλεξε, την πρώτη μέρα που μπήκε στο ντιβιντάδικο για να γραφτεί. Ο ντιβιντάς την έκοψε να δει πόσο χρονών ήταν και της πρότεινε να δει το Murder by Numbers. «Δεν καταλαβαίνω γιατί το κάνεις αυτό». Και η αλήθεια είναι ότι η απορία της ήταν ειλικρινής. Αν μπορούσε να ξαναζεί την πρώτη ενοικίαση dvd επανειλημμένα, κάθε φορά θα γύρναγε σπίτι της παρέα με την Hedwig.

Image

 […]

Κοίταξε τα μικρά του μάτια όσο αυτός κοιμόταν και σκέφτηκε ότι αυτή η σχέση μόνο βγαλμένη από ταινία θα μπορούσε να είναι. Αλλά κάθε όμορφη ταινία πρέπει να ‘χει κι ένα μεγαλειώδες φινάλε.

Έβγαλε τους βολβούς των ματιών της και τους τοποθέτησε προσεκτικά στο μαξιλάρι δίπλα του.

Έκοψε το χέρι της λίγο πιο πάνω απ’ τον καρπό, το στερέωσε στο γυάλινο τραπεζάκι μ’ ένα τσιγάρο να κρέμεται ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα, ακριβώς δίπλα στο άβολο μεταλλικό τασάκι.

Τράβηξε την γλώσσα της έξω και την ψαλίδισε μεμιάς. Αφού την έπλυνε και την στέγνωσε απ’ τα αίματα την έβαλε μέσα στο κουτί με τα μπισκότα και την άφησε στον πάγκο της κουζίνας για πρωινό.

Τώρα, στρίβει τσιγάρο με το ένα χέρι και δίνει γκροτέσκ παραστάσεις στην Κάνιγγος για τους περαστικούς που ποτέ δεν της δίνουν σημασία.

 […]

 

Image

 

Η νοσταλγία είναι μεγάλη καριόλα.

 

 

 

Προσωπικά όλα.

Έρχομαι από το γκρι. Εκεί μεγάλωσα, μέσα σε τεράστια κλουβιά από μπετό. Όλη μου την ζωή με γυροφέρνανε από κουτί σε κουτί, με πετάγανε μέσα σε ένα κενό με τούβλα ολόγυρα. Χρώμα πουθενά. Για χρόνια κανείς δεν μιλούσε, δεν του φαινόταν παράξενο, ούτε το γκρι ούτε τα κουτιά στα οποία ζούσαμε. Κάποιοι από μας αναρωτηθήκαμε πού είναι το χρώμα. Οι άνθρωποι-κολώνες που περιστοίχιζαν τα κουτιά μας μάς απαντούσαν ότι το χρώμα δεν υπάρχει, είναι στην φαντασία μας και ποτέ δεν θα το ζήσουμε. Ήμασταν αχάριστοι, δεν σκεφτόμασταν ότι θα μπορούσαμε να ζούμε στο μαύρο, πολύ χειρότερο από το γκρι, όπως μαθαίναμε τότε από όλους αυτούς που μας πρόσεχαν μη τυχόν και παρεκτραπούμε• μην τυχόν και γίνουμε έξυπνοι ή πραγματικοί, όπως θα ήμασταν όλοι εξάλλου στον τόπο των χρωμάτων.

Μεγάλωνα στο γκρι, στο άοσμο, στο άγευστο περιβάλλον των κουτιών, είτε αυτά είναι σχολεία είτε η τηλεόραση. Μίσησα τους τοίχους που μού σκέπαζαν τα μάτια με το γκρι, μαζί μίσησα και τους ανθρώπους-κολώνες, που έχτισαν με κόπο και ιδρώτα τους τοίχους αυτούς. Δεν τους υποστήριζαν μόνο, είχαν ξοδέψει τις ζωές τους βάζοντας τούβλο το τούβλο στον τοίχο για να μην μπορώ να βλέπω χρώμα ούτε ουρανό. Και πέρασε καιρός μέχρι να καταλάβω ότι το περιβάλλον μου δεν ήταν ούτε άγευστο ούτε άοσμο. Είχε τη γεύση απ’ τα σκατά και την μυρωδιά εμετού. Όλοι τους βρωμάγανε από πάνω μέχρι κάτω και θέλαν να με ρίξουν κι εμένα μαζί τους. Ήθελαν να πιστεύω ότι το μαύρο είναι χειρότερο από το γκρι μπας και γίνω χαρτογιακάς με τη γυαλιστερή μόστρα μου, να βρωμίσω κι εγώ για να μην καταλαβαίνω πόσο βρωμάνε οι άλλοι γύρω μου. Αυτό που δεν υπολόγισαν είναι ότι το μαύρο μπορεί να σκεπάσει το γκρι που με στοιχειώνει.

Και βρήκα κι άλλους που θέλαν να σκίσουν τους τοίχους, να διαλύσουν τα κουτιά που τους φυλάκιζαν μέσα στην ασφυξία του άχρωμου. Κι αρχίσαμε να βάφουμε το γκρι με μαύρο. Αυτό το μαύρο που τους τρόμαζε όλους αυτούς με τις θέσεις, αυτούς που έβαλαν το γκρι στον τοίχο και μας βουλώσαν τα στόματα με ανούσια κουτσομπολιά, μας κολλήσαν στα μάτια πλαστικά καθρεφτάκια, μας κλείσαν τ’ αφτιά με τα τσιφτετελομπουζουκοαρενμπι τους, μας μπουκώσαν ψέμα και ματαιοδοξίες και τεχνητές διαφορές και παρτακισμό και κουτάκια, πολλά κουτάκια, μικρά συρτάρια για να βάζουμε τους ανθρώπους μέσα, τουλάχιστον νοητά, να βρίσκουμε εχθρούς εκεί που δεν υπάρχουν και φίλους στους εχθρούς μας. Κι εμείς βάψαμε το γκρι τους με μαύρο, αυτό που φοβούνται περισσότερο. Πετάξαμε τα καθρεφτάκια, ανοίξαμε τ’ αφτιά μας για ν’ ακούσουμε πολύχρωμες λέξεις να ξεπηδάνε από τα στόματα ανθρώπων, δώσαμε την εκκίνηση για την δική μας ζωή, αυτή που λένε ότι δεν υπάρχει, δεν θα υπάρξει ποτέ, και ζούμε μέσα στο παρεξηγημένο μαύρο. Αυτό το μαύρο που τελικά μας κάνει ευτυχισμένους.

Οι φωνές μας είναι μουσικά όργανα που δεν υπάρχουν όμοιά τους άλλα. Φτιάχνουν υπόγειες μελωδίες για να ντύσουν μουσικά το μαύρο. Και αυτά τα όργανα χρησιμοποιούμε για να πούμε σε όλους αυτούς εκεί μακριά ότι δεν θα ανεχτούμε τίποτα, δεν θ’ αφήσουμε άλλο μπετό να μας αγκαλιάζει, δεν έχουμε ανάγκη τα κουτιά τους, τις κολώνες τους, το γκρι τους. Εμείς μυρίζουμε δέρμα ανθρώπινο, κι όχι σκατά. Ζούμε έξω από τα δικά τους όρια, όχι γιατί ζούμε επικίνδυνα αλλά γιατί αυτοί δεν μπορούν να χωνέψουν ότι τα όριά τους είναι ψεύτικα. Και απέναντι σ’ αυτά τα όρια, σ’ αυτούς που τα επέβαλαν, θα ζούμε πάντα. Μέσα στο μαύρο που λατρεύουμε να μισούν.

Υ.Γ.: Αθηνά, σ’ ευχαριστώ για το μαύρο και το ροζ.
Υ.Γ. 2: Όλα έχουν μια αρχή.

Καρφίτσα #13

Image

Η αλήθεια πληγώνει.

Η αλήθεια απελευθερώνει.

Η αλήθεια δικαιώνει.

Η αλήθεια διορθώνει.

Η αλήθεια λυτρώνει.

Η αλήθεια φυλακίζει.

Η αλήθεια δεν είναι μία. Καθείς και η αλήθεια του.

Κράτα την μία και μοναδική αλήθεια σου για τον εαυτό σου κι άσε με να μην ψάχνω την αλήθεια κανενός, πουθενά, ποτέ, για τίποτα. Άσε με να ψάχνω την ομορφιά και να χάνομαι στο δευτερόλεπτο του φαινομένου, της οπτικής μου, του αντικατοπτρισμού μου. Θα πάρω την μωβ ομπρέλλα μου όταν έχει ήλιο, θα κοιτάω μέσα από το πλαστικό ύφασμα ψάχνοντας τα χρώματα που θ’ αλλάζουν κάθε λίγο και θα δείχνουν την φαινομενική αλήθεια του δευτερολέπτου. Μόνο αυτήν την αλήθεια γνωρίζω και δεν ξεχνώ: αυτήν που χάνεται στο ελάχιστο του χρόνου και μένει εντυπωμένη, ως άλλο καρτ ποστάλ, στο κεφάλι μου· αυτή που είναι γεμάτη χρώματα και αναπηδά ανά διαστήματα στην καθημερινότητά μου για να κάνει τα πάντα γύρω μου να αιωρούνται.

Image

Η μοναξιά πληγώνει.

Η μοναξιά απελευθερώνει.

Η μοναξιά δικαιώνει.

Η μοναξιά διορθώνει.

Η μοναξιά λυτρώνει.

Η μοναξιά φυλακίζει.

Η μοναξιά δεν είναι μία. Καθείς κι η μοναξιά του.

Κράτα την μοναξιά σου όσο αντέχεις, όσο την θες. Άσε με εμένα να ψάχνω την μοναξιά μου στην ομορφιά και να χάνομαι μέσα στο ένα τετραγωνικό μου μέτρο με τους αόρατους φράχτες γύρω μου. Αυτούς που γίνονται τοίχοι προβολών για τις ταινίες που φτιάχνω στο κεφάλι μου, εκείνες τις ώρες που θέλω να μείνω μόνη μου αλλά δεν μπορώ. Κοιτώντας σύρματα, άσπρους ουρανούς και μαύρα αστέρια να περνάνε από μπροστά μου σαν ένα ημιδιάφανο σεντόνι που καλύπτει το οπτικό μου πεδίο, που με πετάει στο κελί της φαντασίας, ανακυκλώνοντας εικόνες παλιών «αληθειών», περασμένων δευτερολέπτων, μικρών παραληρημάτων, συνεχών και αδιάλειπτων ψευδαισθήσεων. Εξάλλου, η ομορφιά είναι δυσεύρετη, κάτι πρέπει να κάνουμε για να αντέχουμε την ασχήμια του μπροστά.

Image

Οι δεσμοί πληγώνουν.

Οι δεσμοί απελευθερώνουν.

Οι δεσμοί δικαιώνουν.

Οι δεσμοί διορθώνουν.

Οι δεσμοί λυτρώνουν.

Οι δεσμοί φυλακίζουν.

Ο δεσμός δεν είναι ένας. Καθείς κι ο δεσμός του.

Κράτα εσύ τους δεσμούς σου, κακοποίησέ τους, διώχ’ τους, φτύσ’ τους, κανάκεψέ τους, γλείφ’ τους, φίλα τους, ποδοπάτησέ τους, σκίσ’ τους, γάμησέ τους, λιώσ’ τους, φρόντισέ τους, κλείσ’ τους σε βιτρίνα, πέταξέ τους, σύρε το κουφάρι τους μέχρι εκεί που θα γίνουν σκόνη, ενθρόνισέ τους, πλύνε τους τα πόδια, φάε τα σκατά τους, πιες στην υγειά τους ζαχαρόνερο, σκότωσέ τους, ξεφτίλισέ τους, κουβάλα τους στην πλάτη σου πάνω σε χωματόδρομους στρωμένους με μια μικρή επικάλυψη σπασμένων γυαλιών.

Ανάσανε. Το ίδιο δεν κάνουν όλοι;

Κι άσε με εμένα να γυρνάω σε κύκλους, να συντηρώ πτώματα, να ράβω το στόμα μου, να ψάχνω μια ατέλειωτη ευθεία στο σταυροδρόμι που έχει μόνο αδιέξοδα, να κρύβομαι στο φαινόμενο του δευτερολέπτου, να φτιάχνω τους πολύχρωμους τοίχους μου που με περικυκλώνουν με κινούμενες εικόνες, να ζω στα δεσμά που επέλεξα για τον εαυτό μου.

Το είδωλο από κάτω

Image

Της είχαν πει ότι οι γυναίκες πρέπει να κοιτάνε χαμηλά, να σκύβουν το κεφάλι και να στέλνουν το βλέμμα στο πάτωμα, εκεί που τους αξίζει· δίπλα στις σκόνες, τις πατημένες τσίχλες, τα κάτουρα που είχαν αλλάξει το χρώμα του πεζοδρομίου, δίπλα στις πουτάνες και τα πρεζάκια, τους άστεγους, τα κλεφτρόνια, τις κάμπιες και τα μυρμήγκια που ποδοπατούνε όλοι χωρίς να νοιάζονται. Αυτή ήταν κάπου στην μέση, αλλά έπρεπε πάντα να κοιτάει χαμηλότερα για να θυμάται ποιοι είναι από πάνω και πού μπορούν να την στείλουν αν θέλουν. Χαμηλά την κοιτούσαν και όλοι αυτοί που της είχαν διδάξει τη θέση της, απλώς όχι τόσο χαμηλά όσο έπρεπε να κοιτάει αυτή. Φτάναν κάπου ανάμεσα στα πόδια της. Ψάχναν να βρουν το μουνί της κάτω απ’ τα υφάσματα, να το κοιτάξουν επιδεικτικά και να την κάνουν να νιώσει άσχημα που είναι γυναίκα. Αυτή ήταν η δύναμη των αντρών που της έμαθαν την θέση της: μ’ ένα μόνο βλέμμα την έκαναν να νιώθει ανήμπορη να αντιδράσει. Επειδή είχε μουνί.

Αφού κατάφερε να ξεφύγει από αυτούς όλους, το μόνο που ήθελε ήταν να καταφέρει να ξεφύγει κι από την φυλακή που αυτοί έχτισαν χρησιμοποιώντας το σώμα της για τούβλα. Τώρα, στην μικρή γκαρσονιέρα της δεν είχε ούτε κρεβάτι, ούτε καναπέ, ούτε τηλεόραση. Μόνο για ένα φρόντισε να μαζέψει λεφτά και χρόνο: τον Καθρέφτη. Γιατί μπορεί να τους είχε φτύσει όλους αυτούς που την έκαναν να μην  αντικρίζει ποτέ τα δέντρα πάνω απ’ το κεφάλι της ή τον ουρανό από ντροπή για τον εαυτό της, αλλά το μουνί της την στοίχειωνε. Είχε έρθει η ώρα να το αντιμετωπίσει ξεκάθαρα. Δούλεψε μέρες για να καταφέρει να βάλει τον Καθρέφτη που θα την έφερνε πιο κοντά στον εαυτό της. Και τώρα στέκεται γυμνή, εκεί στην μέση της γκαρσονιέρας κοιτώντας χαμηλά, γιατί οι κακές συνήθειες δεν κόβονται. Και κοιτάει το μουνί της στο πάτωμα, τον αντικατοπτρισμό του στον Καθρέφτη που σκέπαζε το βαρετό μάρμαρο που έχουν όλα τα σπίτια. Λύγισε τα πόδια της να φτάσει πιο κοντά σ’ αυτό που κοίταγαν όλοι εκείνοι που θέλαν να την κάνουν να νιώσει άσχημα, αυτό που την έκανε να νιώθει μειονεκτικά και άβολα. Και είδε ότι το μουνί της ήταν όμορφο, όπως όλα τα μουνιά, όπως όλοι οι πούτσοι, όπως όλα τα σώματα που κρύβονται επιμελώς κάτω από στρώματα κλωστών. Φυσικά και δεν έφταιγε αυτή ή τα γεννητικά της όργανα για τα χυδαία βλέμματα που τόσα χρόνια την περιστοίχιζαν κάνοντάς την να νιώθει μικρή.

Σηκώθηκε όρθια, έγειρε το κεφάλι προς τα πίσω και κοίταξε αυτό που τόσα χρόνια της στερούσαν: ένα ταβάνι. Όλοι αυτοί που υποτιμούν τα ταβάνια δεν έχουν αναγκαστεί ποτέ να κοιτάζουν το χώμα για χρόνια. Κοιτούσε το λευκό ταβάνι και φανταζόταν ότι κάτω από το είδωλο, κάτω από πάτωμα υπάρχει ένας κόσμος όπου κανείς δεν κοιτάει χάμω, όπου όλοι περνάνε τα μάτια τους πάνω από τα σώματα με περιέργεια, με χαρά, όπου δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος που το βλέμμα του να σε φυλακίζει στο ίδιο σου το είναι, στο κορμί σου. Και τότε ανακάλυψε αυτό που ήταν μπροστά της τόσα χρόνια αλλά δεν το έβλεπε γιατί δεν έπρεπε να το δει: το μουνί της ήταν και η ελευθερία της.

Καρφίτσα #12

Image

Θυμάμαι έναν μακρύ χωματόδρομο από την παραλία στο τελευταίο σπίτι που έβλεπε το μάτι σου. Μεσημέρι, ήλιος, ζέστη, δυο μικρά πόδια να περπατάνε ξυπόλητα πάνω στις πέτρες και το χώμα. Στ’ αριστερά το σπίτι με την αυλή που κάναμε μπάνιο με το λάστιχο, κι ας είχε μπανιέρα μέσα. Μετά την θάλασσα πλέναμε τα μαγιώ και αρχίζαμε να τριβόμαστε με σαπούνια στην αυλή. Νομίζω ότι μπαίναμε και μέσα στο βαρέλι για να ξεπλύνουμε τις σαπουνάδες. Δεν θυμάμαι.

[…]

Στα δεξιά η Μπέμπα που της δέναν τα χέρια όταν χτύπαγε τα παιδάκια -και μόνο τότε- γιατί είναι καθυστερημένη η κακομοίρα και την αγαπάμε αλλά δεν έχουμε και τι να την κάνουμε την ίδια ώρα. Την φροντίζουμε γιατί έλαχε να ζει αν και δεν έπρεπε, η χαζή. Και όταν η Μπέμπα έλεγε βλακείες όλοι γελάγαμε, αφού ήταν αστείο.

[…]

Τα ποδαράκια βρώμιζαν κι άλλο προσπερνώντας την βάρκα που είναι στην στεριά χρόνια τώρα και πάνω της καθόταν ο Καπετάνιος ρίχνοντας τα δίχτυα του στις ντοματιές. Όσο και να του λέγανε «μπάρμπα, το πολύ πολύ να μαζέψεις καμιά ακρίδα», αυτός συνέχιζε καθημερινά το ψάρεμα στο μποστάνι κι εμείς γελούσαμε στα κρυφά, γιατί τον φοβόμασταν κιόλας, έτσι που ήταν με την μουστάκα και το καπέλο του καπετάνιου. Αλλά τι να κάνεις; Κι οι τρομακτικοί μπορεί να είναι αστείοι.

[…]

Λίγο πιο κάτω οι γαλοπούλες με τα παράξενα φτερά και την φωνή που κάνει γλου γλου γλου. Κι εμείς να καθόμαστε με τις ώρες προσπαθώντας να κάνουμε γλου γλου γλου. Τραβάγαμε πέρα δώθε το χυμένο γέρικο προγούλι του θείου του Χατζημιχάλη λες κι ήταν γαλοπούλα και γελάγαμε. Ήταν αστεία τα γηρατειά. Ήταν αστεία και η γαλοπούλα.

Απέναντι ακριβώς το χωράφι με τα ηλιοτρόπια. Ανέγγιχτο, μην τυχόν και πατήσει άνθρωπος το πόδι του εκεί γιατί «δεν κάνει». Είχα πάει μια φορά, νομίζω, κοντά πολύ, αλλά έφυγα γιατί οι γαλοπούλες με πρόδωσαν με τα γλου τους. Ο θείος μου γέλασε βλέποντάς με να τρέχω έντρομη προς το σπίτι, ήμουν αστεία έτσι που φοβήθηκα, μάλλον. Δεν θυμάμαι.

[…]

Στο σπίτι στο τέλος του χωματόδρομου πήγα μόνο για λίγα λεπτά την τελευταία φορά που βρέθηκα εκεί. Ήταν κάτι άντρες που είχαν έρθει για να πάρουν την θεία Αλίκη, όλο το σόι είχε μαζευτεί απέξω. Κι εγώ μαζί, στα κρυφά όμως, γιατί δεν έπρεπε να είμαι μπροστά –αυτές είναι δουλειές των μεγάλων. Είχα σκύψει πίσω από τον θάμνο, κάτω απ’ τα σκαλάκια, και έβλεπα τους τέσσερις άντρες, καθένας να τραβάει μια γωνιά απ’ το σεντόνι, να σηκώνουν την θεία στον αέρα και να την κουβαλάνε σαν σφαχτό στο μεγάλο άσπρο αμάξι. Φύγαν όλοι και έμεινε η γιαγιά μου να γελάει με όλη την ψυχή της. Κι έτσι άρχισα να γελάω κι εγώ, δυνατά και δυνατότερα, γιατί η γιαγιά από τα γέλια της δεν μπορούσε να με ακούσει. Και όταν κάθε προσπάθεια να με κοιτάξει έπιασε πάτο, παρατήρησα ότι το πρόσωπό της είχε γεμίσει δάκρια. «Μα είναι αστείο! Γέλα κι εσύ!». Αυτό το θυμάμαι.

[…]

Η θεία πέθανε μετά από λίγους μήνες, η γιαγιά δεν ξαναγέλασε ποτέ, κι εγώ αποφάσισα να μην ξαναπάω στον χωματόδρομο που όλοι γελούσαν με όλους και κανείς με τον θάνατο.

Καρφίτσα #11

Image

Να θυμάσαι πώς θυμάσαι τις μνήμες που σβήνουν αργά και πώς αυτές που παγιώνονται μια και καλή για πάντα στο μυαλό σου. Τον τρόπο να κρατήσεις ζωντανές τις εικόνες που είδες με τα γουρλωμένα σου μάτια.

Ακόμη κι αν το θέλω, η μνήμη μου δεν με απατά. Τουλάχιστον όχι πάντα. Τουλάχιστον όχι με κακία.

Και να που οι ομορφιές ξεχνιούνται και θολώνουν, αντίθετα με τις ασχήμιες. Οι πρώτες είναι σαν αυτά τα παλιά φιλμ που έβρισκα ψαχουλεύοντας τα κουτιά στο πατάρι του σπιτιού που μεγάλωσα, τότε που ήμουν μικρή: ποτέ δεν έβρισκα ολόκληρο το φιλμ, μόνο τμήματα ή καρέ από ασύνδετες μεταξύ τους στιγμές, κιτρινισμένα, καμένα ή ακόμη σκισμένα· κι όταν τα έβαζα σε σειρά και προσπαθούσα να βρω την χρονική ή λογική συνέχεια, το μόνο που έβρισκα ήταν μια ταινία χωρίς αρχή, χωρίς μέση, χωρίς τέλος, χωρίς πραγματικές λέξεις, με αλλοιωμένες φάτσες, σαν τα όνειρα που βλέπω όταν κοιμάμαι. Η ομορφότερη ταινία που έχει φτιαχτεί ποτέ. Κι έτσι η μια ευτυχία χάνεται μέσα στην άλλη, σ’ ένα ονειρικό συνεχές, το οποίο ποτέ δεν φτάνει ολοκληρωμένο στην επιφάνεια. Ποτέ δεν έρχεται η συναισθηματική –έστω- αναβίωση όλων αυτών που αποτελούν την απέραντη ευτυχία που σε κάνει να θες να ουρλιάξεις, που σε κάνει να νιώθεις φυσικό πόνο.

Και να θέλω να θυμάμαι, και να θέλω να ξεχνώ, να σε θέλω να με κοιτάς όταν προσπαθώ να βυθιστώ στην σάπια –τελικά- ταινία του μυαλού μου που παίζει σε λούπα συνεχώς, στην θνησιγενή προσπάθειά μου να φέρω μία-μία τις στιγμές που έχω χάσει, πάλι, προς τα πάνω, στην επιφάνεια. Και να βλέπω πώς γελάς στα κρυφά παρακολουθώντας με να ξοδεύω λίγο-λίγο το τελευταίο κομμάτι δύναμης που μου απέμεινε σ’ αυτήν την άχαρη κι ανούσια πράξη ενός έργου χωρίς δομή.

Καρφίτσα #10

Image

 

-Ξέρεις γιατί βρίσκεσαι εδώ;

-Ναι.

-Γιατί;

-Λένε ότι είμαι αυτοκαταστροφικός, αντικοινωνικός και επικίνδυνος για το περιβάλλον μου.

-Γιατί το λένε αυτό;

-Γιατί λένε ότι αυτοτραυματίζομαι. Και λένε ότι αυτή η βία μπορεί να στραφεί εναντίον άλλων.

-«Λένε»; Μπορώ να δω ξεκάθαρα σημάδια από χαρακιές στα χέρια σου.

-Δεν είναι αυτοτραυματισμοί. Είναι ημερολόγιο. Μετράω μέρες.

-Πάνω στο σώμα σου; Γιατί;

-Γιατί μπορώ.

[…]

-Πώς σε λένε; Ξέρεις;

-Εμπόδιο.

-Η ερώτησή μου είναι εμπόδιο;

-Όχι. Εμπόδιο με λένε.

-Ποιοι σε λένε εμπόδιο;

-Τι ερώτηση… Όλοι σας. Είμαι εμπόδιο στον καλοφτιαγμένο κόσμο σας. Σας χαλάω την καθημερινότητα με τις επιλογές μου, την αισθητική με τις χαρακιές μου, την γιορτή με το «κατατονικό» -όπως λέτε- βλέμμα μου, τα σχέδιά σας με την φωνή μου. Σας χαλάω τα όμορφα ταξινομημένα κουτάκια σας γιατί δεν χωράω σε καμία από τις τυποποιημένες ταμπελίτσες σας. Σας αναγκάζω να εφεύρετε νέες κατηγορίες κι αυτό σας χαλάει την σούπα. Γιατί, φίλε, πόσον καιρό πιστεύεις ότι τα χάπατα που τόσα χρόνια παραμύθιαζες θα συνεχίζουν να σε πιστεύουν;

-Δεν είμαι εχθρός σου, όσο κι αν το πιστεύεις αυτό. Θέλω το καλό σου.

-Το καλό μου… Ωραία τα λες.

[…]

-Μπορείς να μού εξηγήσεις το ημερολόγιο που λες ότι κρατάς στο σώμα σου; Εγώ δεν βλέπω τίποτα γραμμένο, μόνο γραμμές.

-Αυτό έλειπε να γράφω κιόλας.

-Πονάς πολύ όταν το κάνεις αυτό, έτσι;

-Επιφάνεια, φίλε. Δεν πειράζει να βουτήξεις και λίγο. Δεν λέω να πας άπατα, αλλά τσαλαβούτα και λίγο στα ρηχά, δεν θα σου κάνει κακό. Και νομίζεις ότι κάνεις τις σωστές ερωτήσεις.

-Ποια είναι η σωστή ερώτηση, δηλαδή;

-Εσύ γιατί δεν έχεις χαρακιές στο σώμα σου; Αυτή είναι η σωστή ερώτηση.

[…]

-Δεν πονάς όταν κάνεις τις γραμμές, λοιπόν. Τι συμβολίζουν οι γραμμές θα μού πεις;

-Τον χρόνο. Τι άλλο;

-Όπως οι φυλακισμένοι;

-Ναι. Μόνο που εγώ χαράσσω μέρες.

-Γιατί μέρες;

-Γιατί τη δική μου φυλακή την νιώθω χειρότερη από αυτήν που έχεις εσύ στο μυαλό σου. Τουλάχιστον έτσι την ζω.

-Δεν καταλαβαίνω τι μετράς όμως.

-Τις μέρες που πέρασαν σκεπτόμενος την ομορφιά που υπάρχει μόνο στο μυαλό το δικό μου και πόσων άλλων. Τις μέρες που πέρασα κρύβοντας τα ωραιότερα όνειρά μου κάτω από τον μανδύα του «φυσιολογικού», ντυμένος όπως εσύ, κοιτώντας όπως εσύ, γελώντας όπως εσύ, για να μην με πάρουν χαμπάρι. Τον καιρό που ξόδεψα προσπαθώντας να επιβιώσω ανάμεσα σ’ αυτό που χαρακτηρίζετε κανονικό και στα θέλω της ζωντάνιας μέσα μου. Τις μέρες που έφυγαν προσποιούμενος ότι είμαι καλά σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτήν την φυλακή πώς την αποφεύγεις;

[…]

-Τι σκοπεύεις να κάνεις από δω και πέρα;

-Τι διάγνωση σκοπεύεις να βγάλεις;

-Χρειάζεσαι βοήθεια και δεν το αναγνωρίζεις.

-Φυσικά και το αναγνωρίζω. Χρειάζομαι βοήθεια για να διαλύσω την παγίδα που στήσατε στη ζωή μου, για να εξαφανίσω τα σύνορα που χτίσατε ανάμεσα στο μυαλό και το σώμα μου, να λιώσω τα σίδερα που ορίζουν την νορμάλ, υποτονική ρουτίνα, να σπάσω τα σκαλιά πάνω στα οποία τοποθετείτε τους ανθρώπους με βάση μια αυθαίρετη αξία. Αυτήν την βοήθεια την θέλω. Τι λες; Θα βοηθήσεις;

[…]

-Θα τα ξαναπούμε σύντομα. Ελπίζω να σκεφτείς αυτά που είπαμε καλύτερα.

-Αυτό που δεν θες να καταλάβεις είναι ότι θέλω να είμαι εμπόδιο. Ίσως θέλεις κι εσύ. Ελπίζω να το σκεφτείς λίγο καλύτερα.

Καρφίτσα #9

Image

«Να σου πω ότι θέλω κάποια στιγμή να πάω στην Κρήτη. Νότια, όπως πάω κάθε χρόνο από τότε που τελείωσα το σχολείο. Θέλω να κάνει ζέστη -όχι καύσωνα, βέβαια- και να πάω στο Αγιοφάραγγο. Να περπατήσω μέσα στο φαράγγι και ο ήλιος να είναι πάνω απ’ το κεφάλι μου. Να βλέπω τους αναρριχητές μέσα στις τεράστιες σπηλιές να κρέμονται από τα τοιχώματα σαν νυχτερίδες, ή καλύτερα σαν αράχνες. Και να ζεσταίνομαι, να είμαι έτοιμη να σκάσω. Και να περπατάω αργά πάνω στα βότσαλα που φτάνουν μέχρι το φαράγγι μέσα, δίπλα στις πικροδάφνες, και να περπατάω για ώρες, σ’ ένα φαράγγι όπου το περπάτημα δεν διαρκεί στην πραγματικότητα ούτε δεκαπέντε λεπτά. Ανοίξαν δρόμο βλέπεις, και το αμάξι φτάνει πολύ χαμηλά.

Θέλω να κάνει ζέστη και εγώ να φοράω ένα βαμβακερό μπλουζάκι μόνο και ένα καπέλο στο κεφάλι. Όχι ψάθινο, ούτε καλοκαιρινό. Ένα καπέλο σαν του Σαρλώ -ημίψηλο δεν ήταν; Να χαθώ στον μονόδρομο του φαραγγιού, μέσα στην μεσαίου ύψους βλάστηση, να χαθώ μέσα στους αναρριχητές και τα κατσίκια, εκεί που είναι αδύνατο να χαθείς. Θέλω να περπατάω και να μην φτάνω ποτέ στην παραλία, κάνοντας κύκλους όλην την ώρα, κρατώντας με το ένα χέρι το καπέλο και σπρώχνοντάς το να βιδώσει στο κεφάλι μου, κάνοντας στροφές γύρω από τον εαυτό μου. Και κάνει ζέστη. Δεν κάνει;

Και μετά από ώρες θέλω να βρεθώ στην παραλία, εκεί που ανοίγει το φαράγγι κι έχει την μικρή εκκλησίτσα. Εκεί με το πηγάδι που το νερό του δεν πίνεται ακόμη κι αν ψοφάς της δίψας. Ξέρεις λίγο πιο πάνω από τις σκηνές. Φυσικά και θέλω να έχει σκηνές. Λίγες. Θέλω ο ήλιος να μου λούσει τα μάτια, να με τυφλώσει ακόμη και με τις βλεφαρίδες κλειστές. Ζεσταίνομαι. Θέλω να ζεσταίνομαι, να ιδρώνω και νιώθω την επιθυμία του φρέσκου νερού πάνω μου. Αυτόν τον πόθο της κατάδυσης, μέσα, βαθιά. Γιατί κάθε φορά ξεραίνεται το δέρμα μου, κάθομαι -δηλαδή- μέχρι να ξεραθεί το δέρμα μου για να δικαιολογήσω την ομορφιά της πτώσης στα βαθιά, εκεί που δεν κάνει ζέστη πια. Εκεί που χάνομαι συνέχεια, τις ώρες που δεν ελέγχω το μυαλό μου, και πατώνω στο αχανές πραγματικό εγώ που γεμίζει τα πνευμόνια μου. Α. Και το συκώτι μου.

Θέλω να βυθίσω την συσκευασία μου στο ανάλογο του «εγώ» μου, με όρους εξωτερικού περιβάλλοντος. Θα βγάλω την μπλούζα μου και θα μείνω δερμάτινη, όπως είμαι, με το καπέλο στο κεφάλι μου. Θέλω να βουτήξω φορώντας το καπέλο. Και να κολυμπάω εντός για ώρες. Θέλω να κάνω το μεγαλύτερο μακροβούτι που έχει κάνει άνθρωπος στην ιστορία. Όχι για την καταγραφή και την αρχειοθέτηση, μόνο για την βόλτα, για την ομορφιά του να βυθίζεις τον εαυτό σου στον αντικατοπτρισμό σου. Να βγάλω λέπια και πτερύγια, να γίνω ένας μπαρμπουνάνθρωπος -που θα γελάν οι άλλοι- και να χαθώ για ώρες. Ανάμεσα σε βράχια, μέσα στο κύμα, δίπλα σε όντα άλλα από μένα και κάπως όμοια την ίδια στιγμή, κοντά στο μέσα. Σ’ αυτό που πονάει, σ’ αυτό το μέσα. Και να βλέπω τα πάντα με τα μάτια ψαριού σ’ ένα ανθρώπινο κεφάλι, με ανθρώπινους αντίχειρες και ανθρώπινο εγκέφαλο, χωρίς να με νοιάζουν τα υπόλοιπα. Για ώρες.

Και μετά ν’ αναδυθώ πάλι έξω, μακριά απ’ το βαθιά, κοντά στο τώρα, μέσα στον χρόνο με τον τρόπο που κυλάει για τους άλλους, εκτός του κρανίου μου. Πάντα με το χαζό καπέλο μου στο κεφάλι, για να θυμίζει σε όλους ότι οι εμμονές δεν ξεφορτώνονται εύκολα, ίσως και καθόλου. Θέλω να κάτσω στην μικρή παραλία στην άκρη του Φαραγγιού και να περιπλανιέμαι στον αέρα της για ώρες.

[…]»

Καρφίτσα #8

Image

Στην πόλη που ζω οι άνθρωποι δίνουν ονόματα στις πολυκατοικίες.  «Πού μένεις;» «Στο Justus». «Εσύ πού μένεις;» «Στο kruier». Οι οδοί δεν έχουν σημασία. Δεν είχαν ποτέ. Δεν σημαίνουν τίποτα, είναι απλώς σύμφωνα και φωνήεντα κολλημένα μαζί να φτιάχνουν μια λέξη που ν’ ακούγεται σαν λέξη, χωρίς έννοια ή ουσία ή βάθος. Οι οδοί έχουν ονόματα γιατί πρέπει να έχουν. Το επιβάλει η κοινή λογική, η ομαδική παράνοια της ισοπέδωσης. Έτσι πρέπει.

Στην πόλη που ζω οι άνθρωποι έχουν βασικό ωράριο καθημερινής ζωής. Εννιά με πέντε δουλειά. Αυστηρά. Εκτός αν είναι Παρασκευή. Τότε οι περισσότεροι μειώνουν το ωράριο κατά μία ώρα για να το γεμίσουν με αγορές. Να πάρουν κι άλλα ρούχα και συσκευές που θ’ αντικαταστήσουν τις πρόσφατα αγορασμένες, σχεδόν πανομοιότυπες, συσκευές που επέλεξαν λίγες βδομάδες πριν, και συνδρομές σε ό,τι μπορεί να κινείται αυτήν την περίοδο στις ταμπέλες με τις άσχημες διαφημίσεις που δείχνουν όμορφες γκόμενες να χαμογελάνε κοιτώντας λάγνα, ή μάτσο τύπους που σφίγγουν μπράτσο για να δείξουν ότι τα λεφτά του γυμναστηρίου δεν πήγαν τζάμπα, ή χαρούμενες οικογένειες που έχουν την ευτυχία στα πρόσωπά τους επειδή είναι καθωσπρέπει με όνειρα και ελπίδες για ένα μέλλον που θα τους ανεβάσει από την μεσαία τάξη στην ανώτερη, αφού περάσουν τα παιδιά στο πανεπιστήμιο και οι γονείς βγουν στην σύνταξη.

Στην πόλη που ζω οι άνθρωποι δεν είναι ανάγκη να μιλάνε την γλώσσα του τόπου για να ζήσουν. Όχι, δεν μιλάω για επιβίωση, για ζωή μιλάω. Η πόλη είναι χωρισμένη σε πολιτισμικά κομμάτια και καθείς μιλάει την γλώσσα της χώρας καταγωγής. Άντε και δυο-τρεις λέξεις στην κυρίαρχη γλώσσα για τις απαραίτητες τυπικότητες. Ο πολιτισμός της ελεύθερης συνύπαρξης έβαλε αόρατα σύνορα και χώρισε τις οντότητες. Ανοχή. Όχι. Μια όμορφη βιτρίνα για τον πόλεμο που θα έρθει όταν όλοι αυτοί οι πολιτισμοί που δεν συνομίλησαν ποτέ ουσιαστικά τόσον καιρό έρθουν λίγο κοντύτερα. Όταν οι συνθήκες θα το επιτρέψουν και αυτοί οι άνθρωποι θα πρέπει να συναναστραφούν τα αόρατα όρια θα γίνουν τείχη που δεν θα σπάνε, όσες βαριοπούλες κι αν κουβαλάνε. Μόνο τα κεφάλια θα σπάσουν για να ξεχυθούν κραυγές που πνίχτηκαν μέσα στο καταναλωτικό όνειρο που επιτάσσει η μαζική βούληση.

Στην πόλη που ζω όλα πάνε ρολόι. Οι άνθρωποι βαφτίζουν κτίρια για να ξεχάσουν ότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω τους που δεν έχουν ταυτότητα. Η σάρκα αντικαταστάθηκε από μπετό και τούβλα, η επικοινωνία από δύο τυπικούρες κοινά κατανοητές, τα αγγίγματα από ματιές που παραβιάζουν την ατομικότητα. Το τετραγωνικό μέτρο του καθενός μετατράπηκε σ’ ένα ξύλινο περίβλημα που κρύβει την ουσία του να είσαι άνθρωπος. Όλα πίσω από μια βελούδινη μωβ κουρτίνα που κρύβει την αυλαία της ζωντάνιας. Ή το φέρετρο των κουφαριών μας.